Οι Δαίμονες του Πιλοποιού: Σκοτεινή ιστορία σε ένα γαλλικό λιμάνι του Ατλαντικού

Η Λα Ροσέλ είναι ένα γαλλικό λιμάνι στον Ατλαντικό, που γνώρισε κατά το παρελθόν σημαντικές περιόδους εμπορικής ανάπτυξης και υπήρξε κέντρο φιλοξενίας και υποστήριξης των ναζιστικών υποβρυχίων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εδώ μεταφέρει ο Ζορζ Σιμενόν τη δράση του μυθιστορήματός του «Οι δαίμονες του πιλοποιού», που γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 στην Αριζόνα και μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Αργυρώ Μακάρωφ για λογαριασμό των εκδόσεων Άγρα. Διαδοχικοί φόνοι μεγάλης ηλικίας γυναικών (είναι όλες πάνω από τα εξήντα) τρομοκρατούν τον πληθυσμό της Λα Ροσέλ, που είναι συνηθισμένος να μπαινοβγαίνει στα εμπορικά μαγαζιά και να τρώει και να πίνει χωρίς καμιάν ανησυχία, ακόμα κι αν το αστικό του περιβάλλον πάσχει από τη μελαγχολία, την πλήξη και το τέλμα της περιφέρειας: μια συνθήκη την οποία συναντάμε  συχνά στα μυθιστορήματα του Σιμενόν όταν διαδραματίζονται στην επαρχία.

Ο Μαιγκρέ, ο διάσημος ντετέκτιβ του Σιμενόν, απουσιάζει από τους «Δαίμονες του πιλοποιού» ενώ περίπου απόντες είναι και οι αστυνομικοί. Όσο για το ποιος είναι ο δολοφόνος, κανένα μυστήριο, εφόσον το μαθαίνουμε από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου. Πρόκειται για τον πιλοποιό Λεόν Λαμπέ, που παραμένει πιστός στην πατροπαράδοτη τάξη της οικογένειάς του, αλλά έχει ταυτοχρόνως αποφασίσει να εκτελέσει ένα πρόγραμμα δολοφονιών, που ανακινούν ένα τραυματικό στοιχείο από το εφηβικό και το νεανικό του παρελθόν (οι οικογενειακές εμπλοκές βαραίνουν  πάντοτε στις ιστορίες του Σιμενόν). Ένας φοβισμένος ανθρωπάκος, που τρέμει ακόμα και τη σκιά του και δεν έχει παρά ελάχιστες κοινωνικές σχέσεις, είναι το μοναδικό πρόσωπο το οποίο καταλαβαίνει τι κάνει ο Λαμπέ, κι αυτό μετατρέπεται περιέργως σε ένα είδος συνεχούς πρόκλησης για τον δολοφόνο. Ο αρμενικής καταγωγής και σχεδόν περιθωριοποιημένος ράφτης Κασουντάς γίνεται βαθμιαία ο σιωπηρός συνεργός του καλοβαλμένου και εύπορου Λαμπέ (συνεργός διότι δεν τολμά να τον καταγγείλει, αφήνοντάς τον απερίσπαστο τη δράση του), αλλά και ο μέγας βασανιστής του (βασανιστής επειδή όσο περνά ο καιρός ο Λαμπέ δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό χωρίς να το υποβάλει, εμμέσως πλην σαφώς, στην κρίση του Κασουντάς).

Ο Κλοντ Σαμπρόλ μετέφερε το 1982 με συναρπαστικό τρόπο το ιδιότυπο δίδυμο του Σιμενόν στον κινηματογράφο, αναθέτοντας τους βασικούς ρόλους στον Μισέλ Σερό (Λαμπέ) και τον Σαρλ Αζναβούρ (Κασουντάς). Όπως κατά κανόνα συμβαίνει στα μυθιστορήματα του Σιμενόν, η αστυνομική πλοκή είναι καλά οργανωμένη, ο περίγυρος αποδεικνύεται γρήγορα ατμοσφαιρικός και οι εκπλήξεις καραδοκούν ανά πάσα στιγμή (με τους φόνους να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα), αλλά το κύριο βάρος πέφτει στους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες και το κοινωνικό ή το υπαρξιακό τους δράμα. Ο Κασουντάς μένει μέχρι το τέλος ένας ποικιλοτρόπως παρεμποδισμένος, ένας ξένος που δεν θα καταφέρει να ενταχθεί ποτέ σε μια κοινωνία η οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι σε θέση ούτε να αντιληφθεί την παρουσία του. Ο Λαμπέ, πάλι, πρέπει να παλέψει μέχρι οριστικής πτώσεως με τα φαντάσματά του, καταδικασμένος να διαγράψει ανήμπορος τον προαποφασισμένο κύκλο της ζωής του: έναν κύκλο καλά κρυμμένης δυστυχίας μα και άπειρης μοναξιάς.

ΑΠΕ