Ο Δημήτρης Μάνος γράφει για το “Δάνειον Έθνος” του Ηρακλή Λογοθέτη

Το:  «ΔΑΝΕΙΟΝ ΕΘΝΟΣ, είναι ένα έργο καταλυτικής συγκινήσεως και αειφόρου  απολαύσεως, δεδομένου ότι συνταράσσει·  κρίνει, προκρίνει,  αναιρεί, ευφραίνει, παιδεύει με το ύφος του, την ιστορικότητα και την αισθητική του, καθώς ανασύρει από τις εκατόμβες της λήθης, τις εγγενείς αδυναμίες μας ως κράτος έθνος· κοινωνία, άτομα, πρόσωπα, χαρακτήρες!

Αφετηρία για αυτή την δοκιμιακή, ιστορική, πνευματική περιπέτεια, υπήρξε, ένα σχετικά άγνωστο, επεισόδιο της Ελληνικής επανάστασης. Πρόκειται για την πρώτη απόπειρα σύναψης συμμαχικής συνθήκης της προσωρινής κυβέρνησης των Ελλήνων (1822), με τους Ιππότες της Μάλτας, απώτερος σκοπό της (του) οποίου ήταν η εξασφάλιση δανείου από την Τράπεζα της Αγγλίας. Πράγμα, καθόλα, θεμιτό, εάν δεν προσέκρουε σε μύριες όσες ιλαρές περιπέτειες, καταστάσεις, οι οποίες μετέτρεψαν, την αγαθή πρόθεση σε συναρπαστικό διπλωματικό θρίλερ, αφήνοντας, επί δύο εκατονταετίες, αιωρούμενο  το ερώτημα· κατά πόσο υπεγράφη η εν λόγω συνθήκη –από ποιους, και με ποιους όρους, δεδομένου ότι οι πρωταγωνιστές, εκόντες άκοντες, δεν θέλησαν να το διευκρινίσουν!

Αντλώντας τον μύθο, από τις ξεχασμένες «Ιστορικές Διατριβές» του Κωνσταντίνου Σάθα, ο Ηρ. Λογοθέτης, επιχειρεί μια ερμηνευτική ανάγνωση του ιστορικού γεγονότος, στόχος του οποίου είναι, κατά δήλωσή του[1]: «ο  συσχετισμός  των  πτυχών αυτού του επεισοδίου με τις θλιβερές αναπτυχώσεις του. Τις χρόνιες δηλαδή κακοδαιμονίες και τις εν πολλοίς άγνωστες παρενέργειές τους, που ταλανίζουν έκτοτε τον νεοελληνικό μας βίο». Η επικαιροποίηση των ιδίων πάντα διερωτήσεων, δυστυχώς, που, από συστάσεως ελληνικού κράτους επανέρχονται ακατασίγαστες στον τρέχοντα πολιτικό μας βίο· πώς θα μπορούσε, δεδομένου ότι συνέθεσαν και συνθέτουν, διαχρονικά, την εθνική μας ταυτότητα –τον  εθνικό μας χαρακτήρα!

Με πλήρη γνώση και βαθιά ιστορική αίσθηση μας παραδίδει (άλλοτε δραματικά,  με κομμένη την ανάσα, κι άλλοτε με ιλαρή αμεσότητα), ένα κείμενο που διαβάζεται απνευστί, δις, τουλάχιστον· μία για την απόλαυση της ανάγνωσης και μία για την αποθησαύριση· αδρών πορτραίτων, κρίσεων, λέξεων, νοημάτων, που, ως γνώστης, ευπατρίδης της γλώσσας, παραθέτει.

Ζώντας και  γράφοντας μέσα σε κλίμα εθνικής (εξουσιαστικής) λογοκρισίας, όρα μισαλλοδοξίας, σπάνια θα μπορούσε να βρεί «Ηρακλείδες» της ελεύθερης, αντικειμενικής,  γραφής κανείς, μέχρι πρότινος, τη στιγμή που κάθε άποψη περί αυτού θα οδηγούσε στα σύγχρονα γκουλάκ της Ελλαδικής εθνικής συνείδησης, που, οι μόνοι, φευ, που είχαν το δικαίωμα να ομιλούν περί αυτού, ήταν οι χειραγωγοί της αντικειμενικότητας στο όνομα της παραχαραγμένης αλήθειας. Και, μέσω της χειραγώγησης στην συναισθηματική προσέγγιση, γραφή της ιστορίας, που εξαντλείται στην επιδερμική περιγραφή, απερίγραπτων ιστορικών Ελλαδικών κατορθωμάτων τύπου Τριπολιτσάς· πού καιρός για κριτική, αντικειμενική προσέγγιση προσώπων, γεγονότων, πολλώ δε μάλλον, λεπτομερειών που θα έθεταν εν αμφιβόλω την ιστορικότητα, την γραφή και τους κρατούντες!

«Η έλλειψη του μυθώδους, μπορεί να κάνει λιγότερο ευχάριστη την ανάγνωση», αναφέρει στην εισαγωγή της Ιστορίας του (σ. 29 . κ. 1ο),  ο Θουκυδίδης. «Αποτελεί μέγιστη προσφορά όμως στους θέλοντας να αποκτήσουν ακριβή γνώση των γεγονότων[2]», συμπληρώνει, πράγμα στο οποίο στοχεύει και ο συγγραφέας του συγκεκριμένου έργου.

Το αειθαλές αίνιγμα: «Τί εστί η Ελλάς και ποίος ο Έλλην» αναδύεται πίσω από κάθε σελίδα. Το δε ερώτημα: «Πόθεν αρύεται (αποκτά) την ποθουμένην Ελληνικότητά του ο Ρωμιός και προς τα πού κατατείνει η φαντασμένη», καταμαρτυρεί την διαρκή αδυναμία να το αναδείξουμε δημιουργικά ως ένα διηνεκές ανοικτό βήμα ευδαιμονίας, αντί ως εστία μέγιστης κακοδαιμονίας, μιας  μικροαστικής κοινωνίας, με εργολαβική κατά περίσταση, φευ, δημοκρατία· φυσικό! Τί να σου κάνει, άλλωστε, μια διχοτομημένη χώρα, η οποία διαθέτει: «Σύνταγμα μεν Δυτικής κοπής, κομματική οργάνωση δε, Ανατολικής δεσποτείας. Δίκαιο Δυτικής εμπνεύσεως, αλλά αίσθημα δικαιοσύνης ανατολικό», κι έναν λαό παραπαίοντα, ανάμεσα«Τσέλου και μπαγλαμά – Δύσης και Ανατολής, που δεν  ξέρει, ούτε και βρίσκει θέση να αποθέσει καθαρά το ίχνος του στην προκείμενη χώρα»· Ελλάς κατά το κοινώς λεγόμενον!

Εάν η νεωτερικότητα συγκροτείται ως μία συνεχής διαδικασία απομύθευσης και αποδογματοποίησης της σκέψης, του πράττειν και της ζωής. Το βιβλίο του Ηρακλή Λογοθέτη είναι ένα έργο, αν όχι το έργο, το οποίο εκφράζει το πνεύμα της νεωτερικότητας, που δυστυχώς, δεν βρήκε ευήκοα ώτα, έδαφος, να αναπτυχθεί στη  χώρα μας, δεδομένου ότι οι στείρες αντιπαραθέσεις και ο εξοβελισμός των ετεροχθόνων διανοουμένων στέρησε μία τέτοια δυνατότητα, προς χάριν του επαρχιωτισμού, και της καθυστέρησης, στοιχεία στα οποία περιήλθε έκτοτε ο ελεύθερος Ελλαδικός χώρος. Κι αυτό διότι το «ΔΑΝΕΙΟΝ ΕΘΝΟΣ», είναι ένα έργο αναστοχασμού και κριτικού ελέγχου, πιστό στην ανατομία της σκέψης και της απόρριψης κάθε δογματισμού, χωρίς να φτάνει όμως στον σολιψισμό, τον άκρατο υποκειμενισμό.

Εάν, Διαφωτισμός, κατά τον Καντ, είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του, η δολοφονία του στην χώρα μας, εισαγωγή σε τί είναι αλήθεια;

Θα τολμούσε, με βεβαιότητα, να ισχυριστεί, μάλιστα, κανείς, ότι το έργο, είναι μια γενναία προσπάθεια αναζήτησης των έσχατων δομικών στοιχείων της σημερινής μας τερατογένεσης, καθώς είναι  γραμμένο με Θουκυδίδεια αναλυτική προσέγγιση και Ηροδότεια σκωπτική αφηγηματική ιστοριογράφιση.

Εάν έχει δίκαιο, τέλος, ο Φ. Κάφκα, ο οποίος αναφέρει, ότι τα βιβλία που χρειαζόμαστε δεν είναι τόσο αυτά που μας καθησυχάζουν, όσο εκείνα που μας διεγείρουν, που πέφτουν  σαν δυστυχία πάνω μας, τότε το έργο του  Ηρακλής Λογοθέτη, πληροί τις προϋποθέσεις που έθεσε ο μέγιστος διανοητής του 20ου αιώνα.

[1] Σεμίνα Διγενή: ethnos.gr.

[2] Μετάφραση Άγγελου Βλάχου: εκδ. Εστία

 dimitrismanos.blogspot.com