Οι χάρτινους ήρωες των παιδικών μου χρόνων (γράφει ο Στάθης Μασκαλίδης)

Κλείνω τα μάτια… Παίρνω και πάλι το μονοπάτι των αναμνήσεων. Ο νους μου με ταξιδεύει ξανά πίσω στο παρελθόν

Δεν είναι απλώς ένα περιοδικό…
Κοιτάζω το περιοδικό, πόσο όμορφο είναι το εξώφυλλό του (σπουδαία δουλειά ο Κώστας Φραγκιαδάκης)! Κλείνω τα μάτια… Παίρνω και πάλι το μονοπάτι των αναμνήσεων. Ο νους μου με ταξιδεύει ξανά πίσω στο παρελθόν.
Βρέθηκα στη Σιάτιστα, είναι βραδάκι και εγώ μικρό παιδάκι ακόμα. Είμαι στο σπίτι της ξαδέρφης μου που είναι κοντά στην ηλικία μου. Στο σαλόνι τους βλέπω ανάμεσα σε κοριτσίστικα περιοδικά, Μανίνα και άλλα, ένα εντελώς διαφορετικό, το μάτι μου πέφτει πάνω του, μου κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον. Έχει κι εκείνο ένα όμορφο εξώφυλλο, που παραπέμπει σε ιστορία γουέστερν. Λάτρης καθώς είμαι του συγκεκριμένου είδους (θυμάστε το εβδομαδιαίο μας ραντεβού στους τότε τηλεοπτικούς μας δέκτες από την ΕΡΤ;) αλλά και των κόμικς (λίγες βδομάδες νωρίτερα είχα ανακαλύψει τον Μπλεκ και τον δύσκολο απελευθερωτικό αγώνα που έδινε ο ίδιος και οι ΄΄πατριώτες΄΄ του για να ξεφύγουν από τον ζυγό των Άγγλων) ταράζομαι. Τι είναι αυτό, Ζωή; Τη ρωτάω. Μπορώ να το διαβάσω;
Φυσικά! Μου απαντάει. Το ανοίγω και δεν κρύβω πως απογοητεύομαι λιγάκι. Δεν είναι εικονογραφημένο. Τι κρίμα… σκέφτομαι. Παρόλα αυτά δεν αποθαρρύνομαι, άλλωστε μου αρέσει το διάβασμα. Ξεκινώ την ανάγνωση. Μαγεύομαι. Τρεις ληστές λυμαίνονται μια περιοχή, τα κέρδη τους πολλά. Μόνο που ο δαίμονας έχει μπει μέσα τους και τους ποτίζει την ψυχή με απληστία. Ώρα είναι να δράσει ο θάνατος που καιροφυλακτεί. Τέλος του πρώτου κεφαλαίου. Ενθουσιάζομαι. Το περιοδικό αυτό έχει πρωταγωνιστές τους ληστές; ρωτάω με μεγάλο ενδιαφέρον. Όχι! Κάτι παιδιά που επιβάλλουν (μώρε μπράβο λέξη όμορφη) τον νόμο σε όλο του Ουέστ! μου λέει δίχως ίχνος θυμού για τις απανωτές ερωτήσεις μου. Μόλις γνώρισα τον Τζιμ Άνταμς και την παρέα του.
Τι κρίμα που δεν προλαβαίνω να διαβάσω το υπόλοιπο. Πρέπει να φύγουμε. Πολύ ωραίο το περιοδικό αυτό! της λέω. Δυστυχώς δε θα μάθω τι απέγιναν οι ληστές.
Στο χαρίζω! μου λέει και γουρλώνω τα μάτια. Κράτησέ το για να μάθεις τη συνέχεια της ιστορίας.


Αυτό ήταν, το κράτησα, το διάβασα και από τότε κόλλησα.
Συνεχίζω να ταξιδεύω… θυμάμαι πως στην πλατεία του χωριού μου, υπήρχε ένα ΠΡΟΠΟ, πουλούσε κόμικς τον καιρό εκείνο. Τυχαία το έμαθα και από τη στιγμή που γίνομαι γνώστης της συνταρακτικής αυτής είδησης, μυούμαι σε έναν κόσμο ονειρικό από τον οποίο ποτέ δε θέλησα να βγω. Χάνομαι στις αναγνώσεις, στην έντονη, γεμάτη σασπένς ζωή των τεσσάρων παιδιών, θαυμάζω τις αξίες που πρεσβεύει η ετερόκλητη παρέα τους. Βολτάρω νοερά μαζί τους, οι εικόνες που δημιουργώ με το μυαλό μου είναι μοναδικές, διεγείρεται στο μέγιστο η φαντασία μου, είναι συνήθως τα βράδια, αργά τη νύχτα είναι που αγωνιώ για τη ζωή τους, που μοιράζομαι τα όνειρά τους…. Οι μέρες περνάνε γρήγορα κι εγώ εκεί, προσηλωμένος στις περιπέτειες τους, τότε, τώρα, πάντοτε! Χαμογελάω.
Ανατρέχει και πάλι νοσταλγικά ο νους μου πίσω στον χρόνο, με οδηγεί στον ξάδερφό μου τον Λάμπη, στην εποχή που μαζί αρχίζουμε να αγοράζουμε συστηματικά και τα τρία περιοδικά που αναφέρονται στη θρυλική τετράδα (μικρός καου-μποϋ, μικρός σερίφης και μικρός αρχηγός). Η δίψα μου για ανάγνωση διογκώνεται. Δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα. Μια μπάλα να έχω στα πόδια και ένα κόμικ ή βιβλίο στα χέρια. Είναι τα καλοκαίρια που δεν έχω σχολείο οι καλύτερες στιγμές για μένα. Το περιοδικό έρχεται απόγευμα στο χωρίο αλλά η μέρα είναι μεγάλη. Ό,τι καλύτερο! Καβαλάω το ποδήλατο και ολοταχώς για το περιβόητο δασάκι του χωριού μου. Μια γλίστρα έχει μονάχα και ένα όργανο με κούνιες. Πάνω σε αυτές είναι που συγκλονίζομαι όταν γνωρίζω για πρώτη φορά τον μεγαλύτερο εχθρό των παιδιών, τον Ελ Καπιτάν. Άραγε θα καταφέρουν να τον εξοντώσουν; Αναρωτιέμαι (το ερώτημα αυτό μένει αναπάντητο μέχρι και σήμερα).


Πως τα φέρνει η μοίρα… εκείνον τον καιρό γνωρίζω ένα άλλο παιδί, λίγο μεγαλύτερο από μένα, τον Θόδωρο. Γίνεται φίλος μου. Έκπληκτος μαθαίνω πως του αρέσει και εκείνου το αγαπημένο μου περιοδικό, έχει μάλιστα και μια συλλογή με πολλά από αυτά στο σπίτι του. Αναστατώνομαι! Όταν τα βλέπω απομένω να τα κοιτάζω με δέος. Στις σελίδες τους κρύβεται ένα ολόκληρος θησαυρός για μένα. Πρέπει να το παρατήρησε. Είναι δικά σου! μου λέει. Στα χαρίζω! Σοκάρομαι! Κοίτα να δεις… υπάρχουν άνθρωποι που χαρίζουν έναν ολόκληρο θησαυρό! Κάτι τέτοιο αναθυμάμαι πως έβαλα στο νου.
Τα χρόνια περνούν, μεγαλώνω, κάποτε, λίγο μετά την εφηβεία, αποτόλμησα να σκεφτώ πως θα ήταν πολύ όμορφο να έγραφα και εγώ μια ιστορία με πρωταγωνιστές τα τέσσερα παιδιά που ΄΄επιβάλλουν΄΄ τον νόμο. Πφφφ, όνειρο απατηλό, συλλογίστηκα τότε, δε γίνονται αυτά. Μονομιάς απόδιωξα τις ανούσιες σκέψεις. Υπάρχουν όνειρα που δεν μπορείς να τα πιάσεις, είναι από αυτά που λέμε άπιαστα!
Βγαίνω από το ονειροπόλημα, είμαι εδώ, στο σήμερα, στο τώρα… πάνε λίγες μέρες που κράτησα στα χέρια μου το 15ο τεύχος του περιοδικού, στη νέα εποχή του. Ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν από τη συγκίνηση. Μεγάλο πράγμα να ξέρεις πως η ιστορία αυτού του τεύχους έχει γραφεί από σένα. Τι τιμή! Προσπάθησα να αποδιώξω αυτό το συναίσθημα. Πρέπει να διαπνέομαι μόνο από χαρά. Από χαρά γιατί καμιά φορά το φέρνει η μοίρα να μπορείς στα χέρια σου να κρατάς τα όνειρά σου. Τελικά ο μικρός καου-μποϋ δεν είναι μονάχα ένα περιοδικό. Είναι ένα μέρος της ζωής μου.
Υ.Γ. Σε κείνη τη γλίστρα που αναφέρθηκα νωρίτερα, στο δασάκι του χωριού μου, έφαγα μια φορά ένα ολόκληρο απόγευμα, περιμένοντας κάτι άγρια τσομπανόσκυλα να φύγουν για να μπορέσω και εγώ να αποδεσμευτώ από την παγίδα που περίτεχνα μου είχαν στήσει. Μαύρο σκοτάδι ήταν όταν πήρα τον δρόμο του γυρισμού για το χωριό μου, τη Μεσοποταμία. Δε φοβήθηκα καθόλου. Ιχνηλάτης ήταν για μένα ο Τσιπιρίπο, και σύντροφος μου ο Τζιμ και η ερωτευμένη μαζί του Ντιάνα. Ευτυχώς δεν έκανα καμιά γκάφα από εκείνες που έκανε ο Πεπίτο, δεν έχασα τον δρόμο όπως ο μεξικανός φίλος μου, και αν και αργά έφτασα στο σπίτι μου.