“Η καταγωγή της λύπης”: Το μυθιστόρημα του Ηλία Παπαμόσχου είναι μια σπονδή στη μνήμη

Φωταγωγημένη νεκρόπολη

Το μυθιστόρημα του Ηλία Παπαμόσχου είναι μια σπονδή στη μνήμη, «μνήμη φιλόξενο καταφύγιο, μνήμη φιλόξενο κοιμητήριο». Την ίδια στιγμή καθαρτήριο, καθώς όλα εκεί μοιάζουν ακοίμητα, σαν να ελλοχεύουν

fotagogimeni-nekropoli-561683587

ΗΛΙΑΣ Λ. ΠΑΠΑΜΟΣΧΟΣ
Η καταγωγή της λύπης
εκδ. Πατάκη, σελ. 192

Λίνα Παντελέων

Το μυθιστόρημα του Ηλία Παπαμόσχου είναι μια σπονδή στη μνήμη, «μνήμη φιλόξενο καταφύγιο, μνήμη φιλόξενο κοιμητήριο». Την ίδια στιγμή καθαρτήριο, καθώς όλα εκεί μοιάζουν ακοίμητα, σαν να ελλοχεύουν. Ο Παπαμόσχος συνθέτει μια αβάστακτα λυπητερή αυτοβιογραφία, το βάρος της οποίας μεταβιβάζει σε έναν μυθιστορηματικό ήρωα, τον Αλέκο. Ο τελευταίος είναι συγγραφέας και ζει στην Καστοριά. Δεσπόζουσα προβάλλει η αντίστιξη ανάμεσα σε φως και σκοτάδι. Eχοντας μαυρίσει από το πένθος ύστερων απωλειών, ο ήρωας ανατρέχει σε χρόνους αγλαούς, στους ολόφωτους ήλιους της παιδικής ηλικίας, στη φλόγα της γνώσης και την πυρά του έρωτα, σε διάφεγγες, θαμβωτικές στιγμές που εκλύουν ένα άστραμμα αιωνιότητας. Oμως, την ώρα της γραφής επικρατεί σκοτάδι. «Οι ήλιοι των παιδικών χρόνων, σβηστοί πια».

Το νερό στο παλιό υδραγωγείο στεγνό από καιρό. Ο Αλέκος αναπολεί τα προ αμνημονεύτων παιχνίδια με τους φίλους του δίπλα στη δεξαμενή. Μες στη χαρμονή του παιχνιδιού αφουγκράζονταν το μυστήριο κύλισμα της ζωής, το νερό που άρδευε την πόλη. «Μια ιερουργία συνέβαινε εκεί μέσα, στης πόλης το υδραγωγείο». Η τωρινή του όψη αποκαρδιωτική, ένα λείψανο, «σαν τάφος απεριποίητος της παιδικής τους ηλικίας». Εκείνοι μπορεί να έπαιζαν, «ωστόσο η σκοτεινιά ολοένα κι αφεύγατα τους ζύγωνε». Hδη από τότε. Διότι, όπως λέει ο Παπαμόσχος, ο θάνατος έρχεται πάντοτε από το μέλλον. Κάθε συγχορδία της χαράς εκπνέει «σε μαρς πένθιμο». Τρεις θάνατοι ορίζουν την «καταγωγή της λύπης». Ο θάνατος της μητέρας, της αδελφής και του πατέρα. Κάθε μικρός χαμός έμοιαζε αναδρομικά σαν προάγγελμα αυτού του δριμύτατου πόνου, του τριπλού πένθους. Στις πρώτες σελίδες ο πατέρας εμφανίζεται κυκλωμένος από θάνατο. Τον βλέπουμε μέσα στο γουναράδικο να επεξεργάζεται τη δορά σκοτωμένων ζώων. Η ωμότητα της σκηνής διαστίζεται από σπαρακτική τρυφερότητα. Ο γιος διακρίνει μια υπόνοια θλίψης στο βλέμμα του πατέρα του, μια θαμπάδα που ερχόταν από μακριά, από τα «χιλιόμετρα θάνατο» που έραψε. Ο Παπαμόσχος θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όλη τη θρηνητική μελωδικότητα της γραφής του για να αποδώσει τον σπαραγμό για την αδόκητη απώλεια της μητέρας. Eνας χαμός «απίστευτα βαρύς, σαν ουρανός που θα κατέρρεε, σαν ναός που θα κατέρρεε». Πεθαίνοντας η μητέρα τον έκανε συγγραφέα. «Είπανε έσπασε η καρδιά της μάνας, χύθηκε μέσα της το αίμα, μπλάβο, μελάνι για να γράφει αυτός θαρρείς». Θα την ανέσταινε στα βιβλία του, μαζί με τη γενέτειρα, μεταβολίζοντας τον θάνατο σε ζωή. Μητέρα και γενέτειρα, ταυτόσημες, του προσφέρουν τη θηλή της γραφής. Στη μυσταγωγική επικράτεια του μύθου «το αβυσσαλέο βάθος του αναστεναγμού» αντηχεί μαυλιστικά. Ακόμα και ο θάνατος μπορεί να γίνει κομψοτέχνημα, που ποτέ δεν είναι.

Ο θάνατος της αδελφής προοικονομεί την αρρώστια του αδελφού. Και πάλι η γραφή καταδύεται σε ένα άπατο σκοτάδι για να μεταφέρει την υπέρτατη αγωνία του πόνου. Ο Παπαμόσχος περιγράφει συγκλονιστικά τη μετατροπή του σώματος σε αιμάσσοντα σπλάχνα, σε ένα σαρκικό, εκ της σαρκός, μαρτύριο. Oμως, ο άφατος πόνος αδημονεί να γίνει λόγος. Η πεζογραφία του Παπαμόσχου είναι μια σπουδή στον πόνο. Η γραφή του αποτυπώνει τη λαχτάρα να ξυθεί το σκοτάδι από το φως. Στις σελίδες απλώνεται μια φωταγωγημένη, ασπαίρουσα νεκρόπολη. Μέσα σε αυτό το περίτεχνα φωτισμένο ενδιαίτημα, όλο ένα αστραποβόλο κτέρισμα, ανάβουν οι μορφές των αγαπημένων, αντιτάσσοντας στην τελεσιδικία του θανάτου το πείσμα της μνήμης. Οι λέξεις φροντίζουν να κρατούν αναμμένες και ολόθερμες τις φωτίτσες των λογοτεχνικών καντηλιών. Με θρηνώδη κομψοέπεια ο Παπαμόσχος εναποθέτει τις λέξεις του πάνω σε μύχιους τάφους.

kathimerini.gr