Ελλάδα

Πέντε χρόνια χωρίς τον Νίκο Κούνδουρο, το αρχοντόπουλο της Κρήτης που έφτασε μέχρι τη Μακρόνησο και οι 12 ταινίες του

Από τις σημαντικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά και της διανόησης, καθώς μπορεί να γύρισε μόνο 12 ταινίες σε μισό αιώνα πορείας στο σινεμά, αλλά είναι αυτός που έφερε στην Ελλάδα τον νεορεαλισμό, έκανε εμβληματικές ταινίες, τάραξε τα νερά με τις παρεμβάσεις του, τον τρόπο ζωής του.

Ο Νίκος Κούνδουρος, ένα σωστό αρχοντόπουλο από την Κρήτη, γόνος πλούσιας οικογένειας, με πατέρα δικηγόρο ένθερμο Βενιζελικό που χρημάτισε υπουργός, απαρνήθηκε σε μεγάλο βαθμό τις πολιτική καταγωγή τής οικογένειάς του, για να βρεθεί στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, να μπει στα χαρακώματα κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών και να σταλεί στη Μακρόνησο, όπου εκεί απέκτησε ”συνείδηση” όπως είπε και ο ίδιος σε συνέντευξή του, στη Ρένα Θεολογίδου, στην ΕΡΤ.

Συμπληρώνοντας πέντε χρόνια από τον θάνατό του (22 Φεβρουαρίου 2017), είναι ευκαιρία να θυμηθούμε την καλλιτεχνική του πορεία, τα πρώτα του βήματα στην περιπέτεια της μυθιστορηματικής του ζωής, τη γοητευτική μορφή ενός ανθρώπου σαρωτικού, αιρετικού, αδάμαστου, που έδινε πολλές φορές την αίσθηση ενός μεγαλομανούς, όταν είχε να κάνει με το σινάφι, αλλά καταδεκτικού, συμπονετικού στον απλό φτωχό άνθρωπο.

Τα Ανάκτορα, ο βενιζελικός πατέρας και τα λιόδενδρα

Ακόμη και ο τρόπος που ήρθε στη ζωή ήταν παράξενος. Λόγω της δύσκολης εγκυμοσύνης της μητέρας του -κόρη του εισαγγελέα Γιαμαλάκη- ο πατέρας του την έφερε από τον Άγιο Νικόλαο Κρήτης στην Αθήνα για να γεννήσει σε μια καλή κλινική. Γεννήθηκε, πλησίον των Ανακτόρων, αλλά ο Κρητικός πατέρας του δεν το μπορούσε να το δεχθεί αυτό. Τον πήρε τυλιγμένο σε μια πάνα και τον πήγε πίσω στον Άγιο Νικόλαο, όπου τον έγραψε στο Μητρώο Αρρένων μετά από δυο βδομάδες από τη βιολογική του γέννηση, στις 15 Δεκεμβρίου του 1926. Ο πατέρας του, ένθερμος βενιζελικός, μπλέχτηκε για τα καλά με την πολιτική, κάτι που δεν άρεσε σε όλα τα μέλη της οικογένειας, αλλά επιβραβεύτηκε από τους Κρητικούς. Όταν ηττήθηκε ο Βενιζέλος, ο πατέρας του εξορίστηκε και βρέθηκε στην Αφρική, για να γυρίσει στην Ελλάδα και να πεθάνει το 1942 στην Αθήνα. Ο 16χρονος τότε Κούνδουρος βίωσε δύσκολα τον χαμό του πατέρα του, όπως και τα δυο αδέλφια του, ο Ρούσσος και ο Γιώργος. Τα λιόδεντρα και το μερίδιο σε ένα μεγάλο πυρηνελαιουργείο τούς μεγάλωσαν σαν αρχοντόπουλα. Η αγάπη τού πατέρα του στις βυζαντινές εικόνες έστρεψε το ενδιαφέρον τού νεαρού Νίκου προς τις εικαστικές τέχνες. Μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Από την Μακρόνησο στο Δουργούτι

Ανήσυχο πνεύμα, κατά τη διάρκεια της κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και πολέμησε στα Δεκεμβριανά με τον λόχο των σπουδαστών ”Λόρδος Βύρων”. Μετά τον πόλεμο εξορίστηκε στη Μακρόνησο για τέσσερα χρόνια. Στη Μακρόνησο θα γνωρίσει πολλούς καλλιτέχνες, θα ενταχθεί σε μια επίλεκτη ομάδα διανοουμένων, ενώ θα γίνει φίλος με τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου. Ο Κούνδουρος θα στήσει με απλά οικοδομικά υλικά το πρώτο θέατρο στο ξερονήσι και γι’ αυτό τον λόγο θα έχει την ευκαιρία να πηγαινοέρχεται στην Αθήνα, προκειμένου να βρει τα υλικά που χρειάζεται. Σε ένα ταξίδι του στην Αθήνα, ο Αλεξάνδρου θα του ζητήσει να πάει να βρει τη μάνα του και να της δώσει ένα γράμμα. Ψάχνοντας τη μητέρα του Αλεξάνδρου, θα βρεθεί στο Δουργούτι, σε ένα πραγματικά άθλιο συνοικισμό προσφύγων από παράγκες. Εκεί θα συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει ένας άγνωστος κόσμος γι’ αυτόν, τον οποίο αγάπησε βαθιά. Εκεί θα του μπει η ιδέα του κινηματογράφου, θέλοντας να κάνει μια ταινία για αυτούς τους ανθρώπους της απόλυτης φτώχειας.

Μαγική Πόλη

Χωρίς να γνωρίζει τίποτα για τον κινηματογράφο, η καλλιτεχνική συντροφιά στη Μακρόνησο θα του μάθει τα βασικά. Έτσι, το 1954, θα παρουσιάσει μία από τις καλύτερες ταινίες του, τη ”Μαγική Πόλη”, σε σενάριο της Μαργαρίτας Λυμπεράκη και μουσική του στενού του φίλου Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος σημάδεψε την προσωπικότητά του. Αλλά και ο Κούνδουρος επέδρασε στην καλλιτεχνική πορεία του Χατζιδάκι, καθώς ήταν αυτός που του γνώρισε τον κόσμο του ρεμπέτικου, τον έκανε να αγαπήσει το λαϊκό τραγούδι και τους ανθρώπους του.

Ξαναγυρνώντας στη ”Μαγική Πόλη”, ένα εξαιρετικό κοινωνικό δράμα, αυθεντικό δείγμα του ελληνικού νεορεαλισμού, ο Κούνδουρος θα δείξει για πρώτη φορά στο κοινό μια πόλη μακριά από τα συνηθισμένα, την απόγνωση της φτώχειας. Το στόρι είχε ως θέμα την προσπάθεια ενός φορτηγατζή, που ζει σε μια λαϊκή φτωχογειτονιά της Αθήνας, να ξεφύγει από τα πλοκάμια του υποκόσμου, με πρωταγωνιστή τον εξαίρετο Γιώργο Φούντα. Ένα φιλμ στο οποίο ο Κούνδουρος αποδεικνύει και τις εικαστικές του γνώσεις, αλλά και την ευαισθησία του. Ο νεαρός σκηνοθέτης θεωρείται αποκάλυψη, ξαφνιάζει ακόμη και το απαιτητικό κοινό του Φεστιβάλ Βενετίας -αν και συμμετέχει ανεπίσημα λόγω της ελληνικής λογοκρισίας.

Ο Δράκος

Το επόμενο βήμα του, θα το κάνει το 1956 με τον περίφημο ”Δράκο”, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, που διακρίθηκε, και πάλι, στο Φεστιβάλ Βενετίας. Μία ταινία για τον υπόκοσμο της Αθήνας, επηρεασμένη από τον εξπρεσιονισμό, αλλά απέκτησε κυρίως τη φήμη της για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ντίνου Ηλιόπουλου, σε έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από τα συνηθισμένα. Σίγουρα, μία επίσης σπουδαία ταινία, αλλά αρκούντως υπερεκτιμημένη καθώς θεωρείται υπερβολικά σαν μια από τις σημαντικότερες στην ιστορία του ελληνικού σινεμά, παρότι στην εποχή της δέχθηκε πολλές επικρίσεις. Για την ιστορία, έπαιζαν και οι Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Γιάννης Αργύρης και Θανάσης Βέγγος, με τον οποίο ο Κούνδουρος γνωρίστηκε στη Μακρόνησο και τον έπεισε να γίνει ηθοποιός.

Ψηλά τη Ρωμιοσύνη

Το 1957 θα γυρίσει την τρίτη του ταινία, σε δικό του σενάριο, την πρώτη ελληνική παραγωγή για τον εμφύλιο. ”Οι Παράνομοι”, με πρωταγωνιστές τους Τίτο Βανδή, Πέτρο Φυσούν, Ανέστη Βλάχο, κατά τον ίδιο τον σκηνοθέτη είναι «η ταινία της οργής». Όπως είχε πει για την ταινία, «είχα πνιγεί, οι τρόποι έκφρασης των αγωνιστών είχαν καταργηθεί κάτω από τη βία ενός αστυνομικού κράτους. Θέλησα να αποτίσω ένα φόρο τιμής στον αντάρτη των βουνών, στον ταπεινωμένο στον εξευτελισμένο, στον αγνοημένο, στην καλύτερη περίπτωση, Έλληνα, που κράτησε ψηλά τη Ρωμιοσύνη». Το φιλμ, που την παραγωγή έκανε ο Φίνος, θα λάβει εξαιρετικές κριτικές στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1959.

Τα Τραγούδια της Φωτιάς

Σταθμός στην πορεία του αποτελεί η ταινία ”Μικρές Αφροδίτες” του 1963, σε σενάριο του Βασίλη Βασιλικού, καθώς κερδίζει το βραβείο σκηνοθεσίας και καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου και πολλά σημαντικά βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το 1967 θα γυρίσει το τολμηρό δράμα ”Πρόσωπο της Μέδουσας”, η οποία δεν ολοκληρώθηκε λόγω της φυγής του Κούνδουρου από την Ελλάδα την επομένη του πραξικοπήματος. Αργότερα, η ταινία θα ολοκληρωθεί στην Ιταλία και θα προβληθεί με τον τίτλο ”Vortex”.

Μετά την πτώση της χούντας, θα γυρίσει το πολιτικό ντοκιμαντέρ ”Τα Τραγούδια της Φωτιάς”, «μια ωδή στην Ελευθερί»”, με αφορμή τις συναυλίες των Μίκη Θεοδωράκη στο Στάδιο Καραϊσκάκη και Γιάννη Μαρκόπουλο στο γήπεδο της Λεωφόρου.

Μπορντέλο

Επίσης, θα καταπιαστεί με την Μικρασιατική Καταστροφή, όταν το 1978 θα γυρίσει το ”1922”, βασισμένος στο μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη ”Το Νούμερο 31328”. Η ταινία θα αποσπάσει το βραβείο σκηνοθεσίας στη Θεσσαλονίκη, ενώ πρωταγωνιστούν οι Μπέτυ Βαλάση, Αντιγόνη Αμανίτου, Βασίλης Κολοβός, Κατερίνα Γώγου κ.ά.

Το 1985, θα παρουσιάσει ”Το Μπορντέλο” μια σαρκαστική ματιά για την εποχή της επαναστατημένης Κρήτης το 1897, όταν οι Έλληνες είχαν κερδίσει την ελευθερία τους. Ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία, ωστόσο, πάσχει σε μεγάλο βαθμό από την θεατρικότητά της, παρότι διαθέτει ένα αξιόλογο καστ με πρώτη και καλύτερη την Μαρίνα Βλαντί.

Το 1992 θα ξαφνιάσει με το υπαρξιακό και ιδιαίτερα βαρύ και σκοτεινό δράμα του ”Μπάυρον, Η Μπαλάντα ενός Δαιμονισμένου”, με τον Μάνο Βακούση, το 1998 θα παρουσιάσει το φιλμ ”Οι Φωτογράφοι”, εμπνευσμένος από την ελληνική ιστορία και την αρχαία τραγωδία, ενώ θα κλείσει τη σταδιοδρομία του το 2012 με το ”Ένα Πλοίο για την Παλαιστίνη”, βασιζόμενος σε πραγματικά γεγονότα.

Ο Νίκος Κούνδουρος θα πεθάνει σε ηλικία 90 ετών στις 22 Φεβρουαρίου του 2017, καθώς είχε αρχίσει να παρουσιάζει έντονα αναπνευστικά προβλήματα, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Μας άφησε κληρονομιά ορισμένες από τις σημαντικότερες ταινίες, αλλά και την ασυμβίβαστη ζωή του, που γλέντησε σαν γνήσιος Κρητικός, ενώ ταυτόχρονα φώτισε τον πόνο ενός λαού σαν τους τραγουδιστάδες των ριζίτικων τραγουδιών, που λάτρεψε.

Χάρης Αναγνωστάκης

 

 

 

 

Back to top button