ΕλλάδαΚόσμος

Το χειρότερο σενάριο, αυτό που όλοι απεύχονταν, συμβαίνει…

Η Ευρώπη το βιώνει για δεύτερη φορά μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Του Παύλου Νεράτζη
Την πρώτη φορά έγινε τη δεκαετία του 1990 με τη διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας που έφερε τόσα δεινά στους λαούς των Βαλκανίων, προβλήματα που αναζητούν ακόμη λύση και πληγές που δεν έχουν κλείσει.
Τότε ευρωπαϊκές χώρες με πρώτες την Αυστρία και τη Γερμανία, επικαλούμενες το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών, αλλά στην ουσία για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, γεωπολιτικά και οικονομικά, είχαν σπεύσει να αναγνωρίσουν από τις πρώτες κιόλας μέρες την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και την Κροατίας. Το ίδιο έκαναν λίγα χρόνια αργότερα οι Ηνωμένες Πολιτείες με το Κόσοβο, αφού προηγουμένως το ΝΑΤΟ βομβάρδισε το Βελιγράδι.
Ευρώπη και ΗΠΑ αδιαφόρησαν για το Διεθνές Δίκαιο, για την παραβίαση του Συντάγματος μιας χώρας και τις συνέπειες, ενώ η Ρωσία στήριξε τους πρώην κομμουνιστές που μεταλλάχθηκαν σε εθνικιστές.
Νέα σύνορα δημιουργήθηκαν, μια χώρα διαλύθηκε, οικονομίες καταστράφηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, άλλοι πήραν το δρόμο της προσφυγιάς με ευθύνη προφανώς και των τότε πολιτικών ηγεσιών σε Βελιγράδι, Ζάγκρεμπ και Σεράγεβο.
Οι μηχανισμοί προπαγάνδας βεβαίως όλων των εμπλεκόμενων πλευρών ευθύς εξαρχής είχαν φροντίσει να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή των εξελίξεων κάνοντας λόγο για δήθεν ανθρωπιστικούς πολέμους, αποσιωπώντας εγκλήματα πολέμου των ημέτερων και υπερβάλλοντας για εκείνα των αντιπάλων.
Σε κάθε ένοπλη σύρραξη, άλλωστε, η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα, τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται και τα πραγματικά αίτια που την προκάλεσαν αποκαλύπτονται συνήθως εκ των υστέρων. Τα ΜΜΕ αναπαράγουν τη ρητορική του πολέμου και συσπειρώνονται γύρω από τη σημαία, το γνωστό rally around the flag, υποστηρίζοντας τις επιλογές των πολιτικών ηγεσιών.
Τώρα, ή μάλλον από το 2014, στην περίπτωση της Ουκρανίας οι ρόλοι των πάλαι ποτέ δύο υπερδυνάμεων αντιστράφηκαν με την Μόσχα να έχει τον πρώτο λόγο των κινήσεων στη γεωπολιτική σκακιέρα. Σε αντίθεση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική που δημιουργεί προκτετοράτα ή επιδιώκει την εκλογή κυβερνήσεων φίλα προσκείμενων στην Ουάσινγκτον, η σοβιετική αρκούδα είναι brutal. Οι Ρώσοι δεν έχουν στην ιστορία τους παράδοση κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Το πρώτο επεισόδιο ολοκληρώθηκε με την de facto προσάρτηση της Κριμαίας στη ρωσική επικράτεια.
Στη συνέχεια οι συμφωνίες του Μινσκ -όπως στο παρελθόν η προταθείσα από τη Δύση προς το Βελιγράδι συμφωνία του Ραμπουγιέ- αποδείχθηκαν αδύναμες να δώσουν δια της διπλωματικής οδού μία λύση στο πρόβλημα του εύρους της αυτονομίας της περιοχής του Ντονμπάς. Και το λόγο πήραν τα όπλα παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ. Η επίθεση της Ρωσίας ξεκίνησε σήμερα τα ξημερώματα όχι μόνο στην επίμαχη περιοχή της ανατολικής Ουκρανίας, αλλά σε όλη την επικράτεια της χώρας.
Ο Πούτιν με αυτήν τη μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επίθεση δεν θα επιχειρήσει όπως φαίνεται να υπερασπιστεί μόνον τους Ρώσους αυτονομιστές στις δύο αυτοανακηρυχθείσες Λαϊκές Δημοκρατίες που αναγνωρίστηκαν από τη Μόσχα, αλλά θα επιδιώξει να αλλάξει το καθεστώς στο Κίεβο, εγκαθιστώντας ένα νέο, φιλορωσικό υπό τον άμεσο έλεγχό του.
Εάν τελικά επαληθευτεί αυτό το σενάριο, θα είναι ένα στρατηγικό λάθος του ρώσου προέδρου, που θα έχει τεράστιος κόστος για τη ρωσική οικονομία και απρόβλεπτες συνέπειες, οικονομικές και γεωπολιτικές στην Ευρώπη και σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Διότι στην καλύτερη περίπτωση θα σημάνει τον διαμελισμό της Ουκρανίας, αφήνοντας στη Δύση το δυτικό τμήμα της και στην χειρότερη έναν παρατεταμένο ανταρτοπόλεμο, ένα πόλεμο φθοράς εναντίον της Μόσχας, ανάλογο με αυτόν που υπέστη η Σοβιετική Ένωση στον οκταετή πόλεμο στο Αφγανιστάν, μια εστία μακροχρόνιας έντασης με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ειρήνη και την ασφάλεια στην περιοχή. Πόσο μάλλον που η Ουκρανία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια περίκλειστη χώρα χωρίς διέξοδο προς την θάλασσα, όπως είχε συμβεί με τη Σερβία.
Αυτές τις δραματικές ώρες δεν έχει καμία απολύτως σημασία εάν ο Πούτιν έχει ή δεν έχει δίκιο για τις συνέπειες της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς ανατολάς εδώ και τρεις δεκαετίες απειλώντας την ασφάλεια της Ρωσίας. Ακόμη κι αν είναι δικαιολογημένες οι ανησυχίες της Μόσχας, λόγω του ΝΑΤΟϊκού επεκτατισμού, εφόσον θεωρεί ότι η Ουκρανία, όπως και η Λευκορωσία, είναι στη σφαίρα επιρροής της, η καταδίκη της ρωσικής επίθεσης πρέπει να είναι άμεση και το κυριότερο αποτελεσματική. Για να γίνει, όμως, αυτό εκ μέρους της Δύσης, με την ελπίδα ότι θα αποκλειστεί μια στρατιωτική κλιμάκωση την οποία ζήτησαν σήμερα χώρες της Βαλτικής με την ενεργοποίηση του άρθρου 4 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας θα πρέπει να στραφούν στον τομέα της ενέργειας.
Η Δύση, όμως, και πολύ περισσότερο τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν μια κοινή φωνή πέρα από τις λεκτικές καταδίκες και τις δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών που ελάχιστα θίγουν τον Πούτιν. Η Δύση καλείται να δώσει λύσεις σε νέες ψυχροπολεμικές καταστάσεις, αλλά δεν υφίσταται πλέον ως ενιαίο σώμα όπως ήταν στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές πιέζουν τον Μπάιντεν να εκφράσει τη σθεναρή υποστήριξή του στην Ουκρανία και να αναλάβει περαιτέρω δράση κατά της Ρωσίας. Από την άλλη, όμως, πολλοί αμερικανοί αξιωματούχοι φοβούνται μια μεγαλύτερη εμπλοκή της Ουάσινγκτον στην ρωσο-ουκρανική κρίση. Κι όλα αυτά με φόντο την πρόσφατη άτακτη αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν και τον πληθωρισμό να καλπάζει.
Στην Ευρώπη οι ισχυρές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία,) δεν αντιμετώπισαν από κοινού τις ανησυχίες της Ρωσίας, υποτασσόμενες στα εθνικά τους συμφέροντα, και τώρα δεν φαίνονται διατεθειμένες να «ματώσουν». Διότι οι οικονομίες Ευρώπης και Ρωσίας είναι αλληλένδετες, αλλά και γιατί, με εξαίρεση ίσως τον Μακρόν, οι ηγέτες της Γηραιάς Ηπείρου αποδεικνύονται για άλλη μια φορά κατώτεροι των περιστάσεων, δέσμιοι των συμφερόντων του συμμάχου τους στην άλλη όχθη του Ατλαντικού.
Κανείς συνεπώς δεν πρόκειται να θυσιάσει τίποτε για την Ουκρανία, χωρίς κανείς με ελάχιστες εξαιρέσεις να αναλογίζεται ότι η ανατροπή του status quo στην μετα-πολεμική Ευρώπη μπορεί να ανοίξει την όρεξη και σε άλλους φιλόδοξους ηγέτες για την χάραξη νέων συνόρων. Ότι για να αποτραπούν οι ανταγωνισμοί ισχύος σ΄ ένα ήδη ρευστό διεθνές περιβάλλον χρειάζεται μια κοινή πολιτική ασφάλειας.
Κατά τα άλλα οι μηχανισμοί προπαγάνδας και τα δυτικά κυρίαρχα ΜΜΕ θα επιχειρήσουν να δαιμονοποιήσουν τον Πούτιν. Θα προβάλουν εικόνες ανείπωτου πόνου της μιας πλευράς, της ουκρανικής, που θα ενισχύσουν τα αντιρωσικά αισθήματα στη Δύση. Και τα φιλορωσικά θα προσπαθήσουν να πείσουν πως ο ρώσος πρόεδρος που δεν φημίζεται για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διέταξε μια προαναγγελθείσα εισβολή για να υπερασπιστεί την ειρήνη. Για να προλάβει τον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ εναντίον της Ρωσίας.
Ο μόνος τελικά κερδισμένος προς το παρόν, όπως συμβαίνει συνήθως, είναι το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα.

 

Back to top button