2 Μαΐου 1772: Διακόσια πενήντα χρόνια από τη γέννηση του Αθανάσιου Χριστόπουλου, του πρώτου Νεοέλληνα ποιητή (του Πέτρου Μάνου)

«..Το πρώτο λάλημα μιας νέας πραγματικής ποίησης θα ακουστεί το 1811 με την έκδοση των Λυρικών του Χριστόπουλου. Ο Χριστόπουλος (και ο Βηλαράς λίγο υστερότερα) είναι οι πραγματικοί, σε εθνική και όχι σε τοπική κλίμακα, πρόδρομοι του Σολωμού. Και μαζί και όλης της νεώτερης ελληνικής ποίησης..» (Λ. Πολίτης1)

Ο Αθανάσιος Χριστόπο(υ)λος, μία από τις μεγάλες μορφές του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, έμεινε γνωστός στους συγχρόνους του και τους νεότερους, κυρίως ως ποιητής. Υπήρξε, ωστόσο, μια πολυσχιδής προσωπικότητα, που άφησε  πολυδιάστατο έργο, νομοθετικού, πολιτικού, φιλολογικού και  φιλοσοφικού περιεχομένου. Όπως αναφέρει ο Κ. Θ. Δημαράς, «..δίπλα στο ποιητικό του έργο, έχει να παρουσιάσει και άφθονη πεζογραφική παραγωγή, που κάνει πιο έκδηλη τη λογιοσύνη του»2

Γεννήθηκε στην Καστοριά, στις 2 Μαΐου 1772. Ο ιερέας πατέρας του λεγόταν Ιωάννης και η μητέρα του Ελιά Παπανάνου. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Χρήστου. Είχε έναν μικρότερο αδελφό, τον Κυριάκο. Σε πολύ μικρή ηλικία, ο Αθανάσιος εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του -κυρίως για λόγους βιοποριστικούς και μακριά από την καταθλιπτική τουρκική κατοχή- στο Βουκουρέστι, την ακμάζουσα  οικονομικά και πνευματικά πρωτεύουσα της ημιαυτόνομης Ηγεμονίας της Βλαχίας. Εκεί, ευτύχησε να μαθητεύσει κοντά στον Σχολάρχη Νεόφυτο  Καυσοκαλυβίτη. Η φιλομάθειά του τον οδηγεί στη Βούδα, όπου μαθαίνει Λατινικά και παρακολουθεί μαθήματα κλασικής φιλολογίας, φιλοσοφίας και Ιατρικής. Συνεχίζει τις ιατρικές σπουδές του στο φημισμένο Παν/μιο της Πάδοβας (Πατάβιον), ο τομέας όμως που τον κερδίζει, είναι της Νομικής.

Έχοντας αποκτήσει πολύπλευρη μόρφωση, επιστρέφει στο Βουκουρέστι και έρχεται σε επαφή με σημαντικές μορφές διαφωτιστών, όπως ο Γ. Κωνσταντάς και ο Δ. Φιλιππίδης και εντάσσεται στον κύκλο του Δ. Καταρτζή, που του ενέπνευσε την αγάπη για τη Δημοτική γλώσσα. Χάρη στην ευρυμάθειά του, μετά από σύσταση του Σχολάρχη της Ηγεμονικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου, Λάμπρου Φωτιάδη, γίνεται οικοδιδάσκαλος των παιδιών και σύμβουλος του φιλόμουσου ηγεμόνα της Βλαχίας και αργότερα της Μολδαβίας, Αλέξανδρου Μουρούζη, ο οποίος τον παίρνει στην αυλή του, στο Ιάσιο. Ο Μουρούζης του αναθέτει καθήκοντα δικαστή και του απονέμει τον τίτλο του «καμινάρη» (επόπτη φόρων ποτών και καπνού).

Όταν εκείνος χάνει την ηγεμονία, ο Χριστόπουλος τον ακολουθεί στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1812, έτος κατά το οποίο εκτελείται από τους Τούρκους ο Μέγας Δραγουμάνος (Διερμηνέας) της Πύλης, Δ. Μουρούζης, ο οποίος υπήρξε επίσης προστάτης των Γραμμάτων και των δασκάλων της εποχής και στο  πνευματικό περιβάλλον του οποίου, στις ακτές του Βοσπόρου, εμπνεύστηκε ο Χριστόπουλος τα ποιήματά του.

Το 1811, ένα χρόνο πριν εγκαταλείψει την Πόλη, εκδίδονται (στη Βιέννη) τα «Λυρικά» του, χάρη στα οποία ο σύγχρονοί του τον αποκάλεσαν «νέο Ανακρέοντα», θεωρώντας ότι, κατά την τάση της εποχής, αναβιώνει την ποιητική παράδοση του αρχαίου λυρικού ποιητή του 6ου π.Χ. αιώνα, υμνητή του Έρωτα και του Βάκχου, Ανακρέοντα. Ταυτόχρονα με τον Ανακρεοντισμό, δέχεται επιδράσεις και από τον Αρκαδισμό (Ρεύμα στην Τέχνη, που προβάλλει την Αρκαδία ως έναν ιδεατό τόπο με ειδυλλιακή φυσική ζωή).   

Την περίοδο που βρισκόταν στην Κων/πολη, θέλοντας να συμπληρώσει τη Γραμματική του, ξεκίνησε τη συγγραφή Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας, το οποίο όμως δεν ολοκλήρωσε (έφτασε μέχρι το γράμμα Η), καθώς η καταστροφή του οίκου του Δ. Μουρούζη, άφησε ημιτελή την προσπάθειά του.

Κατά το επόμενο διάστημα, αποδεχόμενος την πρόσκληση του νέου -επίσης φιλότεχνου ηγεμόνα της Βλαχίας, Ιωάννη Καρατζά, αναλαμβάνει το αξίωμα του Μεγάλου Λογοθέτη (ανώτατου Δικαστή) των Εξωτερικών Υποθέσεων. Παράλληλα, ο Καρατζάς του αναθέτει τη Σύνταξη της Νομοθεσίας της Βλαχίας, που αποτέλεσε τον πρώτο Αστικό Κώδικα στη Δημοτική γλώσσα. Κατά την περίοδο εκείνη, καταβεβλημένος και με κλονισμένη την υγεία του, αποσύρεται στην περιοχή της Αδριανούπολης, προκειμένου να αναρρώσει. Εκεί παντρεύτηκε και, το 1818 απέκτησε τον μοναχογιό του Ιωάννη (του έδωσε το όνομα του πατέρα του).

Αργότερα, καταφεύγει στην Πίζα της Ιταλίας μαζί με τον Καρατζά, ο οποίος, αναγκάστηκε εσπευσμένα να εγκαταλείψει την ηγεμονία του. Λίγο πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο Χριστόπουλος, ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας βρίσκεται στη Ζάκυνθο και τα Ιωάννινα, όπου έρχεται σε επαφή με δύο εξίσου ένθερμους δημοτικιστές,  τον Αθ. Ψαλίδα και τον Ι. Βηλαρά, για τους οποίους η Γλώσσα του Χριστόπουλου αποτελούσε πρότυπο. Το 1821, κατέφυγε στην Κέρκυρα, όταν έπεσε στα χέρια των Τούρκων η αλληλογραφία του με τον  Αλ. Υψηλάντη, του οποίου είχε διατελέσει σύμβουλος.

Μετά από αυτές τις προσωπικές και εθνικές περιπέτειες, με επιβαρυμένη την υγεία του, αποσύρεται οικογενειακώς για πολλά χρόνια, μέχρι το 1836, στο Σιμπίνι (Sibiu) της Τρανσυλβανίας, όπου υπήρχε ακμάζουσα ελληνική παροικία. Εκεί, συνεχίζει αθόρυβα το φιλοσοφικό και πολιτειακό του έργο, προβληματιζόμενος για το πολίτευμα της επαναστατημένης Ελλάδας.

Το 1836 (σε ηλικία εξήντα τεσσάρων ετών), αποφασίζει να επισκεφθεί την απελευθερωμένη Ελλάδα, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από φίλους του, ανθρώπους των Γραμμάτων, οι οποίοι δεν είχαν λάβει νέα του για πολλά χρόνια. Ο Αλ. Ρ. Ραγκαβής έγραψε γι` αυτόν και του αφιέρωσε μία πολύστιχη συγκινητική ωδή:

Επέρασ` ο χειμώνας,

ανέλυσε το χιόνι,

κι εις τους παλιούς ανθώνας

επέστρεψες αηδόνι

πουλί του Παρνασσού.

 

Το θείον πυρ που είχες,

Χριστόπουλ` εμαράνθη;

Ή τες λευκές σου τρίχες

Ακόμη στέφεις μ` άνθη

μυρσίνης και κισσού;

………………………..

Ω! Νέος πάλιν γίνε,

με την Ελλάδα νέος˙

κιθάριζε και πίνε

χωρίς μερίμνας, έως

του τέλους του γραπτού.

 

Εις την ελευθερίαν

ως η Ελλάς βαπτίσου

κι ως φοίνιξ απ` την κρύαν

σποδόν αναγεννήσου

και ψάλλε ως προτού.

Επειδή όμως η κατάσταση που επικρατούσε δεν ήταν αυτή που περίμενε, μετά από σύντομη  παραμονή στον Πειραιά, επέστρεψε -αυτή τη φορά ως σύμβουλος του φίλου του, ηγεμόνα Αλέξανδρου Γκίκα- στο  Βουκουρέστι, όπου και έζησε τα δέκα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πέθανε στις 19 Ιανουαρίου 1847, σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών. Ετάφη με λιτή τελετή, ενώ αργότερα, με φροντίδα του γιού του, δημοσιεύθηκε ο επικήδειός του, που εκφωνήθηκε από τον Ρουμάνο Πρωτοσύγκελο3 .

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε υπέρμαχος της ομιλούμενης μητρικής γλώσσας, η οποία αποτέλεσε γι` αυτόν, το όργανο έμπνευσης και δημιουργίας του. Παράλληλα, ο ίδιος την ανέδειξε και την προήγαγε, εφαρμόζοντάς την σε ολόκληρο το έργο του. Πολύ πριν τον Παλαμά, ο Χριστόπουλος άνοιξε το δρόμο για τη μετάφραση των αρχαίων συγγραφέων στη γλώσσα του λαού.  Ήδη από το 1800 ξεκίνησε την έμμετρη μετάφραση των Ομηρικών επών, στην οποία επανήλθε προς το τέλος της ζωής του (ολοκλήρωσε μόνο τη ραψωδία Α της Ιλιάδας):

Την έχθραν ψάλλε την κακήν, θεά, του Αχιλλέως,

που έφερε τους Αχαιούς αναριθμήτους πόνους.

Και εις τον Άδην έρριξε πολλές ψυχές ανδρείες

ηρώων˙ και τους έκαμεν αυτούς φαγί των σκύλων,

κι όλων των όρνιων˙ κι η βουλή τελείωσε του Δία.

Μετέφρασε επίσης τρεις ωδές της Σαπφούς και αποσπάσματα από τον Ηρόδοτο και τον εκπρόσωπο της φιλοσοφίας των Σκεπτικών των αρχών του 3ου  μ.Χ. αιώνα, Σέξτου Εμπειρικού.

Το 1804, συνέγραψε το  Ηρωικόν Δράμα “Αχιλλεύς” με θέμα την οργή και τη συμφιλίωση του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα:

ΤΟΠΟΣ  Το δράμα υποθέτεται εις το παράλιον της Τρωάδος, όπου ήταν ο Ελληνικός ναύσταθμος..

ΑΧΙΛΛΕΥΣ

Ζευ, θεέ κεραυνοφόρε, όπου πάντα κατοικείς

εις τον άπειρον αιθέρα και τον κόσμον διοικείς,

οπού σκέπεις κι εφορεύεις την φιλίαν την πιστήν,

κι εκδικείσαι και παιδεύεις, την δολίαν και πλαστήν,

ιδέ τούτων μου των φίλων την αχάριστην ψυχήν

η οποία την πολλήν σου ατιμάζει ανοχήν!

Πώς στην γην τούς υποφέρεις, να σ` εμπαίζουν φανερά,

κι απ` τα νέφη δεν αστράφτεις να τους κάψεις φλογερά;

Επιπλέον, ο Χριστόπουλος ανέβασε με μεγάλη επιτυχία πολλές παραστάσεις του Αχιλλέα στο Ιάσιο και στο Βουκουρέστι, πετυχαίνοντας την έξαρση του πατριωτικού πνεύματος μεταξύ των συγχρόνων του:

ΝΕΣΤΩΡ

Τούτο μάλιστα συμφέρει, να σας πω ειλικρινώς,

κι εις εσάς απλώς τους δύο κι εις τους Έλληνας κοινώς.

Όταν είμεσθ` ενωμένοι κι η Ελλάς ευδοκιμεί,

και καμμία δεν την βλάπτει εχθρική επιδρομή.

Όταν δε διαιρημένοι, τότε πλέον και αυτή

είν` αδύνατη, και τότε ο καθένας την πατεί.

Έτσι, πολλά χρόνια μετά τον Κορνάρο και τον Χορτάτση,  αναβιώνει με τον Χριστόπουλο το ελληνικό θέατρο.         Το 1815, ο Ψαλίδας γράφει στον Νεόφυτο Δούκα: «..βιβλία ρωμαίικα δεν έχομε πολλά, χώρια από τέσσερα, τον Ερωτόκριτο, οπού είναι άλλος Όμηρος, τον Χριστόπουλο, οπού ’ναι νέος Ανακρέοντας, την Ερωφίλη και τη Βοσκοπούλα, κι αν είναι κι άλλο κανένα δεν το είδα4».

Το 1805, ταυτόχρονα με τον “Αχιλλέα”, κυκλοφορεί η πρώτη νεοελληνική Γραμματική, με μεγάλη μάλιστα χρονική απόσταση από τις επόμενες αντίστοιχες προσπάθειες, η “Γραμματική της Αιολοδωρικής”, δηλαδή “ της ομιλουμένης τωρινής των Ελλήνων γλώσσας”, που ο Χριστόπουλος θεωρούσε ότι προέρχεται από την Αιολική και Δωρική διάλεκτο και είναι ισάξια της Αττικής.  (Τα επόμενα χρόνια, μάλιστα, κατά τον Λ. Πολίτη, ο όρος «Αιολοδωρική», είχε καθιερωθεί ως συνώνυμο της «Νεοελληνικής»):                                                                                                                                            “Η Γραμματική αυτή δεν είναι της φαντασίας μου πλάσμα, αλλά της τωρινής Ελλάδος συνήθεια πάγκοινη..  Ας μη την λακτίζομεν την γλώσσαν μας..ας την τιμήσωμεν, καθώς ομιλώντας, ούτω και συγγράφοντάς την. Ο Θουκυδίδης, ο Αριστοτέλης έγραψαν με την του καιρού των”.  ».. “ει δε την μεμφθούν οι μακάριοι αττικοί [αττικιστές λόγιοι], ας μη την λαλούν, κι ας λαλούν την Αττικήν..    Αναφερόμενος ο Χριστόπουλος στην ομιλούμενη γλώσσα και την απλοποιημένη ορθογραφία της, παρότρυνε σε επιστολή του, τον Ψαλίδα: «μεταχειριστείτε τη λοιπόν εις την πολιτική κυβέρνηση του υψηλοτάτου βεζίρη σας»  [του Αλή Πασά], «γράφοντας μ’ αυτή τες προσταγές-σας και απόφασές σας, κτλ5

Το 1811, πρωτοεκδίδονται στη Βιέννη τα Λυρικά, που περιλαμβάνουν ενότητες ποιημάτων με τους τίτλους, Ερατώ (η Μούσα της Λυρικής ποίησης), Αφροδίτη, Βάκχος και Βάκχος Τρυγητής. Στα επόμενα είκοσι τέσσερα χρόνια, τα Λυρικά εκδόθηκαν σε έξι διαφορετικές πόλεις (τέσσερις φορές στη Βιέννη, τρεις στο Παρίσι και από μία στο Στρασβούργο, την Κέρκυρα, την Αθήνα, τη Σμύρνη). Σύμφωνα με την Ελένη Τσαντσάνογλου6, «κανένας Έλληνας ποιητής δεν θα μπορούσε να καυχηθεί για έντεκα εκδόσεις του έργου του όσο ζούσε», ενώ ο Αρ. Καμπάνης, σημειώνει: «Κανείς νεοέλληνας ποιητής δεν διαβάστηκε όσο ο Χριστόπουλος» 7

    Λίγα χρόνια μετά την έκδοση των Λυρικών, ο Κοζανίτης ιατροφιλόσοφος και ποιητής Γ. Σακελλάριος (1767-1838), στα «Ποιημάτιά» 8 του (που εκδίδει το 1817 στη Βιέννη), με τον «Αθηνάς Θρίαμβον κατά του Απολογουμένου Έρωτος του Κυρίου Αθανασίου Χριστοπούλου» και τα «Αντιβακχικά», παρωδεί τα αντίστοιχα ποιήματα του Χριστόπουλου.

Ωστόσο, κελεύσματα όπως τα παραπάνω, αποτελούσαν απλώς λογοτεχνικά σχήματα, που αντικατόπτριζαν το κλίμα της εποχής. Τα Λυρικά, εξέφραζαν ίσως, εσωτερικές ανάγκες των συγχρόνων του Χριστόπουλου και του ιδίου, που μεγάλωσε έχοντας στερηθεί κάποιες από τις  χαρές της ζωής κοντά στη φύση και έζησε σε ένα περιβάλλον με πολλές συμβάσεις. Παρόλο που παρότρυνε τους νέους:

[ΣΥΜΒΟΥΛΗ]

Θυμού˙ νέος όσο είσαι,

εις τα κάλλη πάντα ζήσε

με τον Έρωτα γλυκά˙

ότι πριν καλιογυρίσεις

τώρ`αμέσως θα ξυπνήσεις

στων γερόντων τα κακά..

                        ..και παρότι διακήρυττε:

[ΑΠΟΦΑΣΗ]

Να μη φθάσω, να μη ζήσω

αν μια μέρα δεν φιλήσω

κι αν πεθάνω, να πεθάνω

στα φιλάκια μου απάνω»

                  ..και ξόρκιζε την αποχή από τον οίνο:

ΚΑΤΑΡΑ

Την αμέθυστη ζωή μου

να την έχουν οι εχθροί μου˙

μόν’ εκείνοι, όσο ζήσουν,

να μη φτάσουν να μεθύσουν.

  ωστόσο, ο ίδιος υπήρξε άνθρωπος του μέτρου, ήπιος και συγκαταβατικός, οπαδός της εργώδους και ακαταπόνητης προσπάθειας για την κατάκτηση της γνώσης.. Όσον αφορά τις «χαριτολογίες» και τους «αναστεναγμούς» του,  κατά τον Mario Vitti  «δεν είναι απαραίτητο να πηγάζουν από αληθινούς ερωτικούς καημούς, όπως ο ίδιος αφήνει να εννοηθεί».

 Αθ, Χριστόπουλος (Ημερολόγιον Κ. Σκόκου, 1888)

Επιπρόσθετα, διαθέτοντας γνώσεις μουσικής (έπαιζε αυλό και ταμπούρι), μελοποιούσε  ο ίδιος τα ποιήματά  του, φέρνοντάς τα στα χείλη, ολοένα και περισσότερων συγχρόνων του. Και παρότι σταμάτησε να γράφει ποίηση πριν από τα μέσα του βίου του, ήδη με την πρώτη έκδοση των ποιημάτων του, είχε πετύχει να συμβάλει στη δημιουργία ενός κλίματος αισιοδοξίας, που προοιώνιζε και ταυτόχρονα αντανακλούσε τη μοίρα του ανερχόμενου Νέου Ελληνισμού. Χάρη στην πλατιά παιδεία και αρχαιομάθειά του και έχοντας αφομοιώσει δυτικές επιδράσεις, αφουγκράστηκε με επιτυχία το σφυγμό της εποχής του και κατάφερε να γοητεύσει τους συγχρόνους του. Όπως αναφέρει ο Κ.Θ.Δημαράς, « Έκανε ό,τι δεν είχαν κάνει οι προγενέστεροί του, έδειξε ποιες θα έπρεπε να είναι οι προϋποθέσεις για τον λυρισμό»9

Η νεότερη και σύγχρονη ελληνική ποίηση, έμελλε να γεννηθεί στο Φαναριώτικο περιβάλλον της Πόλης και των Παραδουνάβιων ηγεμονιών, με την επίδραση των γλωσσικών και άλλων καταβολών του Χριστόπουλου, από τη Μακεδονία και την ιδιαίτερη πατρίδα του. Τη μητρική του γλώσσα την υπερασπίστηκε με θέρμη, τόσο έναντι των  αρχαϊστών, των φορέων του «λογιοτατισμού», όσο και κατά των «κοραϊστών», των  υποστηρικτών της μέσης οδού του Κοραή. Εναντίον του ίδιου του Κοραή και των “ματαιολόγων” και “τερατολόγων” που μιλούσαν τα “κορακιστικά”10, καταφέρεται στην πεζή γλωσσική του σάτιρα με τίτλο «Όνειρο», η οποία συμπεριλήφθηκε σε έκδοση των Λυρικών. (Ορισμένοι αμφισβήτησαν την πατρότητα του Ονείρου).

To 1815, εγκαινιάζει το πολιτειολογικό του έργο,  με τα «Πολιτικά Σοφίσματα». Σ` αυτά κάνει λόγο για τα τεχνάσματα και τις μεθοδεύσεις παραμονής των τυράννων στην εξουσία. Υπαινισσόμενος το τέλος της οθωμανικής εξουσίας, αναφέρεται στο αδούλωτο ελληνικό φρόνημα.

Το 1816, του ανατίθεται η σύνταξη της Νομοθεσίας της Βλαχίας, το προσωρινό καινοτόμο σχέδιο της οποίας υποβάλλει κατά το επόμενο έτος, αλλά απορρίπτεται μετά από αντιδράσεις που προκαλεί στους κύκλους των προνομιούχων. Τελικά η Νομοθεσία εκδίδεται αναθεωρημένη και συντομευμένη, στη Δημοτική γλώσσα:

Περί πραγμάτων γειτονιάς. Εις τας πολιτείας και κώμας και χωρία, όταν γείτων κτίζει, ελεύθερος είναι ο άλλος γείτων αν νομίζει πως πειράζεται, να παραγγέλνει μόνος ή με μηνυτήν τον γείτονα ή τον επιστάτην του ή τους κτίστας δια να μη κτίζουν.                                                                          

Τα «Πολιτικά Παράλληλα» (1826), είναι ένα εγχειρίδιο πολιτικής θεωρίας, στο οποίο συγκρίνει τα πολιτεύματα όπως τα αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Όσον αφορά τις πολιτικές του απόψεις, είχε δεχθεί επιδράσεις και είχε αφομοιώσει τις ιδέες των Γάλλων Διαφωτιστών, αλλά απέρριπτε τις ακρότητες της Γαλλικής Επανάστασης (η οποία ξέσπασε όταν ο ίδιος βρισκόταν σε ηλικία δεκαεπτά ετών). Ήταν οπαδός του πολιτεύματος της Φωτισμένης Δεσποτείας, την οποία ο Χριστόπουλος θεωρεί ότι εκφράζει ο Καποδίστριας (με τη συνδρομή των Φαναριωτών). Απορρίπτει τα τυραννικά πολιτεύματα, που εξαπατούν και καταδυναστεύουν τους λαούς, κάνοντας σαφή αναφορά στην τουρκική κατοχή.

Από το 1815 και μέχρι το θάνατό του, το 1847, δεν έγραψε παρά μόνο ένα ποίημα (αφιερωμένο στον Ηγεμόνα Αλέξανδρο Γκίκα).  Ένα μέρος του έργου του χάθηκε ή έμεινε ημιτελές (Σκεπτικοί,  Δημόκριτος,  Λεξικό, Πολιτικά, Μελέτη Περί κενού (στη φύση) κ.α. Το 1853, έξι χρόνια μετά το θάνατό του, εκδίδονται τα «Ελληνικά Αρχαιολογήματα» , που περιλαμβάνουν και ανέκδοτα μέχρι τότε, έργα του και αποτελούν ένα ύστατο κήρυγμα γλωσσικού πατριωτισμού.                                                                                          

Ο Χριστόπουλος ήταν λάτρης του Δημοτικού τραγουδιού, από την παράδοση του οποίου δέχτηκε σημαντικές επιδράσεις, αλλά και  κάποια ποιήματά του τραγουδήθηκαν ως Δημοτικά. Ταυτόχρονα, ο ίδιος υπήρξε πρόδρομος, τόσο του Βηλαρά, όσο και του Σολωμού, επηρεάζοντάς τους γλωσσικά  και στιχουργικά. Ο Σπ. Τρικούπης αναφέρει ότι, προκειμένου να βοηθήσει τον Σολωμό να εντρυφήσει στη χρήση της «μητρικής ζωντανής» γλώσσας, του έδωσε «εν αντίτυπον των ωδών του Χριστοπούλου», και σύντομα, ο Σολωμός συνέθεσε τα πρώτα ποιήματά του στη Δημοτική και αμέσως ξεκίνησε να γράφει τον  “Ύμνο στην Ελευθερία,11  που πρώτος εξέδωσε ο Σπ. Τρικούπης στο Μεσολόγγι, το 1823. Δύο χρόνια αργότερα, το 1825, στο εξώφυλλο της έκδοσης  των Λυρικών, στην Αθήνα, αναγράφεται η φράση του Τρικούπη: «Αν δεν ελευθερωθή το Έθνος μας από ταις μωρολογίαις της  σ ο φ ο λ ο γ ι ω τ ά τ ι κ η ς  γ λ ώ σ σ α ς, είναι των αδυνάτων να προκόψη.

Από την εποχή του μέχρι σήμερα, πέρα από κάποιες κριτικές που αφορούσαν επιμέρους πτυχές και το βάθος της ποίησής του, οι απόψεις που διατυπώθηκαν για τον Χριστόπουλο από ομότεχνους και μελετητές του, ήταν εγκωμιαστικές και ενθουσιώδεις. Το 1877, ο Εμμ. Ροΐδης, σε διάλεξή του «Περί Συγχρόνου εν Ελλάδι Ποιήσεως», απορρίπτει όλους τους ποιητές μετά τον Σολωμό, τον Βηλαρά και τον Χριστόπουλο.12

«Ουδείς άλλος έγραψε την νεοελληνικήν μετά πλείονος χάριτος, ουδείς εποίησε μάλλον εναρμονίους στίχους»13 (Σ. Βουτυράς)

    «Οι στίχοι του είναι το καλλίτερον ίσως προϊόν των προ της Επαναστάσεως και μετ` αυτήν πέντε δεκαετηρίδων»14  (Ι. Ζερβός).

«Σε μια ενδημική αποτελμάτωση της ποίησης, τον καιρό της ανούσιας ποίησης και της δασκαλίστικης στιχομανίας, ο Χριστόπουλος επαναφέρει στην ποίηση μια ανάσα δροσερή και μια ματιά παρθένα. Θα ακολουθήσει ο Βηλαράς, ανεξάρτητα. Αλλά ο Χριστόπουλος ήταν ο πρώτος που βγάζει την ποίηση από την αμηχανία»15  (Μario Vitti).

ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ (Β΄)

Δεν θέλω να ελπίζω

δεν θέλω να φροντίζω

το μέλλον στην ζωήν.

Το σήμερα προκρίνω

το αύριο τ` αφήνω

στης τύχης την ροήν.

Το τ` ύστερα θα γένει

και τι με αναμένει

ποσώς δεν το φρονώ˙

ποτέ δεν τ` αναβάνω

γιατί τον νουν μου χάνω

και ματαιοπονώ.

Ας γένει ό,τι θέλει

τελείως δεν με μέλει

ας πέσ` ο ουρανός˙

η γη μας ας βουλήσει

κι ο ήλιος ας σβήσει,

κι ας μείνει σκοτεινός.

Εγώ ζητώ το τώρα˙

και τούτη μόν` την ώρα

οπόσο ημπορώ,

τον Βάκχον μου ρουφώντας,

τον Έρωτα φιλώντας

πασχίζω να χαρώ.

     Βλέποντας κάποιος σφαιρικά το έργο και την πρωτοποριακή προσφορά του Χριστόπουλου, σε ένα σημείο καμπής για τη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία και σε μια κομβική συγκυρία για την πορεία του ελληνισμού, γενικότερα, θα μπορέσει να κατανοήσει καλύτερα την άποψη που εκφράζει ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, o Λίνος Πολίτης:

«Τα ποιήματα του Χριστόπουλου, ανάλαφρα, πρόσχαρα τα περισσότερα —αδιάφορο πώς τα κρίνουμε εμείς σήμερα— έφερναν στον καιρό τους μια καινούρια δροσιά, κάποιο διαφορετικό μήνυμα. Και αυτό η εποχή του το κατάλαβε πέρα ως πέρα, ετίμησε τον ποιητή, και τα Λυρικά κυκλοφορούσαν σε απανωτές εκδόσεις. Ας προσθέσουμε πως και ο Σολωμός με τα Λυρικά στο χέρι θ’ αρχίσει να γράφει τα πρώτα του ελληνικά ποιήματα. Η νεώτερη ελληνική ποίηση είχε αρχίσει το δρόμο της16.

Α. Χριστόπουλος. Eλαιογραφία του Γερμανού ζωγράφου Johann Frankenberger

(Πηγή φωτ.  https://www.anticariat-unu.ro/athanasios-christopoulos)

[ΓΕΡΑΜΑΤΑ]

Να, οι τρίχες σου αρχίζουν

Αθανάσιε ν` ασπρίζουν˙

να, δακρύων εποχή!

Να, κι οι νέες σε πειράζουν,

είσαι γέροντας φωνάζουν,

στο εξής «καλή ψυχή»!

…………………………..

ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ [ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ]

Πα! οι τρίχες μ`αν ασπρίζουν

μήπως άραγε πικρίζουν;

τ` έχ`, η άσπρη τους βαφή;

τίγαρ, τ` άσπρο θανατώνει;

ή φιλώντας αγκυλώνει

τα χειλάκια στην αφή;

………………………….

1 Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978, σ. 132

2 Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας, 2η έκδ. Ίκαρος, 1954, σ. 185.

3 Γ. Βαλέτας, Αθανάσιος Χριστόπουλος, Άπαντα, Αθήνα 1969, έκδοση Φίλων Βυζαντινών Μνημείων Καστοριάς, σ. 22 (Πηγή φωτ. Εξωφύλλου σ. 158)

4 Γ. Α. Αντωνιάδης, Μ. Μ. Παπαϊωάννου, Επιστολαί διαφόρων, Αθήνα 1964, σ. 251

5 Γ. Βαλέτας, ό.π.  σ. 588.

6 Κ. Α. Καμπάνης, Ιστορία της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήναι 1933, σ. 122

7 Ελένη Τσαντσάνογλου, Ο Χριστόπουλος και το έργο του, Λυρικά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1970, σ. 28

8 Γ. Σακελλάριος,: Ποιημάτια, Εν Βιέννη, 1817, σ. 109

9 Κ.Θ. Δημαράς, ό. π.  σ. 182.

10 «Κορακιστικά»: Σάτιρα με αυτόν τον τίτλο και αντίστοιχο περιεχόμενο έγραψε το 1813 ο Φαναριώτης Ρίζος Νερουλός

11 Γ.Βαλέτας, ό.π.  σ. 50

12 Ε. Π. Φωτιάδου, Άπαντα Ροΐδη, Αθήνα 1955, σ. 384

13 Σ. Βουτυράς, Χριστόπουλος Αθανάσιος, Λεξικόν Εγκυκλοπαιδικόν Μπαρτ-Χιρστ, τ. ΣΤ΄, Εν Αθήναις 1898, σ. 898

14 Ι. Ζερβός, Α. Χριστοπούλου Τα Ποιήματα, εκδ. Φέξη, Αθήνα 1916, σ. 10

15 Μario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1978, σ. 15

16 Λίνος Πολίτης, ό.π.  σ. 132