19 Μαΐου: Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου (της Ελένης Κωστοπούλου)

Μια υπενθύμιση της σφαγής χωρίς αιτία

Βασανιστήρια, κακουχίες, κτηνωδία, μίσος, πόνος, φρίκη, ενός γένους, μιας εθνικότητας, μιας θρησκείας, μιας ολόκληρης ιστορίας και παράδοσης.

Τι τα μαρτυρούν όλα αυτά;

Τα δάκρυα και ο πόνος που βλέπεις στους επιζώντες. Εκείνος ο σπαραγμός που αποτυπώνεται, όταν διηγούνται τα βασανιστήρια που πέρασαν. Το μαρτυρούν επίσης τα τραγούδια του Πόντου. “Την πατρίδα μ’ έχασα άκλαψα και πόνεσα…”

Το εκφράζουν οι χορευτές. Και το βροντοφωνάζουν οι ιστορικοί και οι πνευματικοί ηγέτες σε όλο το κόσμο.

Η σφαγή στη “Ματωμένη Σπηλιά”.

Μια από τις χαρακτηριστικότερες μαρτυρίες κτηνωδίας που καταγράφεται στο βιβλίο του Πρωτοπρεσβύτερου Νικολάου Κυνηγόπουλου “Πάφρα του Πόντου – η χώρα των γενναίων”.

Αναφέρεται στο αιματοκύλισμα της περιοχής Ότκαγια του δυτικού Νεπιέν της Πάφρας μέσα στη σπηλιά που ήταν γνωστή και ως “Παχατσάχ Παναγιασί” που σημαίνει “η Παναγία που κάνει τον τυφλό να βλέπει”.

Εκεί μεταξύ 16 και 21 Απριλίου “….είχαν κρυφτεί 600 γυναικόπαιδα και 60 αντάρτες. Η διαταγή αφανισμού δόθηκε από τον Ραφέτ Πασά της Σαμψούντας στον Ταλίπ τσαούς με αμοιβή 500 λίρες και όσα θα είχαν τα κουφάρια των Ελλήνων.

Τέσσερις ημέρες συνεχών επιθέσεων δεν απέδωσαν, και η είδηση δραστηριοποίησε τον ίδιο τον Μεχμέτ που κατέφθασε με ένα σύνταγμα και τρία ορεινά πυροβόλα. Η τρίωρη πρώτη επίθεση δεν είχε αποτελέσματα. Οι άστοχες σφοδρές επιθέσεις της δεύτερης μέρας οδηγούν στην απόφαση να περιμένει να εξαντληθούν τα πολεμοφόδια των αποκλεισμένων. Την τρίτη μέρα φάνηκε στην πλευρά των Ποντίων η έλλειψη πυρομαχικών. Η προσπάθεια να ζητήσει ειρήνευση και παράδοση αποτυχαίνει και έξαλλος διατάζει ο Μεχμέτ να φράξουν την είσοδο της σπηλιάς με οβίδες και ακολούθως αρχίζει γενική επίθεση. Κοντά στη σπηλιά έγινε μεγάλη μάχη.

Ξαφνικά σταμάτησαν οι πυροβολισμοί και άρχισε ένα παράξενο θέαμα. Οι αντάρτες φιλιόντουσαν μεταξύ τους και αποχαιρετούσαν τα γυναικόπαιδα. Ακούστηκαν ξανά πυροβολισμοί. Αυτοκτονούσαν για να μη πέσουν στα χέρια τους. Ένας από τους τελευταίους έβγαλε άσπρη σημαία και φωνάζει πως τα γυναικόπαιδα παραδίνονται.

Μπαίνουν μέσα στη σπηλιά πατώντας στα αγκαλιασμένα πτώματα των ανταρτών και ακολούθησαν λεπτά κόλασης. Σκηνές βίας, ατίμωσης, οργίων και θανάτου πήραν σειρά για ώρες. Οι κραυγές πόνου, ντροπής, φρίκης αντιλαλούσαν στη σπηλιά της Παναγιάς χωρίς τελειωμό. Τα μπουλούκια των αποκτηνωμένων, αφού κόρεσαν όλα τα βρομερά και βάρβαρα ένστικτά τους, έσυραν τα γυναικόπαιδα έξω από τη σπηλιά και στη συνέχεια στην πλατεία του χωριού Τζαχιούρ. Εκεί ατίμασαν ομαδικά τις γυναίκες και τα κορίτσια και τουφέκισαν τα παιδιά. Την επόμενη με διαταγή του Μεχμέτ έκοψαν τα κεφάλια τριάντα ανδρών και τα έστειλαν ως τρόπαιο νίκης στον Ραφέτ. Τα τριακόσια γυναικόπαιδα που έμειναν στο τέλος της μέρας, στάλθηκαν εξορία με προορισμό την Κασταμονή, όπου έφτασαν τελικά 83 μισοπεθαμένα κορμιά.

19 Μαΐου 1919

Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ πατάει το πόδι του στη Σαμψούντα και ξεκινάει και τυπικά η τελευταία και πιο άγρια φάση του σχεδίου εξόντωσης. Λίγες μέρες αργότερα, δίνει αμετάκλητη εντολή για διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων κατά του πληθυσμού. Μετά και τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι σφαγές, οι πυρπολήσεις χωριών και οι εκτοπίσεις πληθυσμών γίνονται πλέον χωρίς έλεος. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι από τις 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Πάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε. Οι Τούρκοι προχώρησαν ακόμη και σε αναγκαστικές αποσπάσεις παιδιών από τις οικογένειές τους, τα οποία και έδιναν στα χαρέμια εύπορων Τούρκων. Μέχρι το 1923, η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί, βαμμένη στο αίμα εκατοντάδων χιλιάδων αθώων.

Έτσι με την εξόντωση του μισού πληθυσμού(353.000) και τον εκτοπισμό – ξεριζωμό του άλλου μισού, τον Αύγουστο του 1923 ο Μουσταφά Κεμάλ αναφώνησε θριαμβευτικά: “Επιτέλους τους ξεριζώσαμε”.

Οι Πόντιοι όμως δεν ξέχασαν ποτέ το δράμα των προγόνων τους. Πάντα ερχόταν στο νου τους η εικόνα των γονιών και παππούδων, που όταν ανέφεραν τη λέξη “πατρίδα” γέμιζαν τα μάτια τους δάκρυα. Οργανώθηκαν και αντρώθηκαν κύρια μετά το 1980, και αποφάσισαν να κάνουν το χρέος τους. Έτσι φτάσαμε στην καθιέρωση ημέρας μνήμης για τα θύματα της τουρκικής θηριωδίας. Η ιδέα και οι πρωτοβουλίες για την ψήφιση του σχετικού νόμου ανήκουν στον κοινωνιολόγο Μιχάλη Χαραλαμπίδη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως “Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο”, ημέρα που ο Μουσταφά Κεμαλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, στο 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη “της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος”.

Να ξεραίνεται η γούλα μ’ αν ανασπάλλω την πατρίδα μ’ τον Πόντον.

Να ξεραθεί ο λαιμός μου αν ξεχάσω την Πατρίδα μου, τον Πόντο. (Κώστας Π. Μαυρόπουλος).

Το σημερινό κείμενο είναι αφιερωμένο στα 353.000 θύματα της Ποντιακής Γενοκτονίας, στους πρόπαππούδες μου και ιδιαίτερα στην πρόγιαγιά μου Πηνελόπη, που όλη της η οικογένεια σφαγιάστηκε στην ματωμένη Πάφρα.

neakastoria.com