ΓούναΚαστοριά

Ο Νίκος Ρίζος για την κατάργηση του φόρου πολυτελείας στα έτοιμα είδη γουνοποιίας

Μετά από έναν αγώνα δύο ετών, που ξεκινήσαμε με τον Πρόεδρο της Ε.Ο.Γ, κατορθώσαμε να επιτύχουμε την κατάργηση του φόρου πολυτελείας

Κατάργηση φόρου πολυτελείας στα προϊόντα της δασμολογικής κλάσης 43.03 -Τροποποίηση άρθρου 17 του ν. 3833/2010.
Μετά από έναν αγώνα δύο ετών, που ξεκινήσαμε με τον Πρόεδρο της Ε.Ο.Γ, κατορθώσαμε να επιτύχουμε την κατάργηση του φόρου πολυτελείας εκ 10%, στις πωλήσεις λιανικής των προϊόντων γούνας. Μέσα στις δυσκολίες των δύο τελευταίων ετών λόγω κορονοιού, ένας αγώνας της Ελληνικής Ομοσπονδίας Γούνας, στέφθηκε με επιτυχία.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ, στην κυβέρνηση, στον βουλευτή της Ν.Δ Γ. Αμανατίδη, στην Μαρία Αντωνίου και φυσικά στον Πρόεδρο της Ε.Ο.Γ κ. Τσούκα και στο Δ.Σ της ΕΟΓ, για την εμπιστοσύνη που μου δείχνουν.
Μπορεί να υποστηρίξει κάποιος, ότι είναι μία χαριστική διάταξη ή μία διάταξη που δεν έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα για τον κλάδο. Είναι μία ευκαιρία να αναπτύξουμε τις απόψεις μας προκειμένου να αποδειχθεί ότι ούτε χαριστική διάταξη είναι, ούτε αναποτελεσματική για τον κλάδο.
Προκειμένου να υπάρξει πλήρη γνώση του ζητήματος, αναπτύσσεται περιληπτικά η εισήγησή μας προς το Υπ. Οικονομικών.
Κατ΄ αρχή ο Φόρος Πολυτελείας επιβλήθηκε με το πρώτο μνημόνιο της χώρας και υφίστατο μέχρι σήμερα, ως μνημονιακή απαίτηση. Ο φόρος πολυτελείας από την φύση του δεν έχει χαρακτήρα εισπρακτικό αλλά κυρίως αποτρεπτικό των εισαγωγών προκειμένου να μειωθεί το εμπορικό έλλειμα της χώρας. Είχε επιβληθεί στα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού, στις αγορές αεροσκαφών, στα κοσμήματα και τα γουναρικά.
Επιβάλλεται στις λιανικές πωλήσεις που πραγματοποιούνται και αφορούν πολίτες της Ε.Ε ή στο εσωτερικό της χώρας. Δεν επιβάλλεται στις πωλήσεις τουριστών τρίτων χωρών.
Η επιβολή όμως του φόρου πολυτελείας στα προϊόντα γούνας και χρυσού, είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Η χώρα έχει αναπτυγμένη βιοτεχνία τόσο στα κοσμήματα όσο και στα γουναρικά. Δημιουργούν μεγάλη προστιθέμενη αξία στα έτοιμα είδη με αποτέλεσμα να συμβάλλουν οι πωλήσεις των δύο κλάδων (της γουνοποιίας και του κοσμήματος) αποφασιστικά στον τουρισμό, διότι αυξάνεται σημαντικά η κατά κεφαλή δαπάνη του τουριστικού προϊόντος της χώρας. Επομένως αντί να αυξάνεται η εισροή συναλλάγματος, από τις πωλήσεις σε κοινοτικούς τουρίστες στην χώρα μειώνονται άρα αυξάνεται το έλλειμμα του τρέχοντος ισοζυγίου της χώρας. Έχει δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
Επί πλέον οι αναβαλλόμενες πωλήσεις εξ αιτίας του γεγονότος ότι κρίνονται μη συμφέρουσες για τους καταναλωτές αφού επιβαρύνονται με φόρο πολυτελείας πλέον του ΦΠΑ, αποστερούν έσοδα ΦΠΑ αλλά και φόρο εισοδήματος από κέρδη των επιχειρήσεων που θα είχαν δημιουργηθεί από πωλήσεις γουναρικών. Επομένως η επιβολή του φόρου πολυτελείας στα προϊόντα γούνας και κοσμημάτων, επέφερε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα. Αυξάνονται τα ελλείμματα τόσο του εμπορικού ισοζυγίου όσο και του δημοσιονομικού.
Εξ άλλου τα ετήσια έσοδα του κράτους από τον φόρο πολυτελείας από τις πωλήσεις γουναρικών ήταν ελάχιστα.
Μόνο ο φόρος πολυτελείας στα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού ήταν συμβατός με την φιλοσοφία και τους στόχους των μνημονίων. Το 2016, με τον νόμο 4389/2016, καταργείται ο φόρος πολυτελείας για τα αυτοκίνητα !!!! και παρέμεινε για τα προϊόντα των γουναρικών και των κοσμημάτων. Δηλαδή καταργήθηκε ο φόρος πολυτελείας των αυτοκινήτων που ήταν τα μόνα εμπορεύματα που ικανοποιούσαν τους στόχους των μνημονίων.
Επομένως δεν είναι χαριστική διάταξη αλλά επωφελής για την χώρα διότι αυξάνεται το ΑΕΠ, μειώνονται τα ελλείμματα (εμπορικό, τρέχον και δημοσιονομικό) που επιτυγχάνεται με την αύξηση της τουριστικής δαπάνης, των ηλεκτρονικών πωλήσεων και την αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων (εισοδήματος και ΦΠΑ).
Σημείωση: δεν είναι εποχή για πανηγυρισμούς, ούτε τους επιδιώκουμε άλλωστε. Η χώρα, η Δ. Μακεδονία και ιδιαίτερα ο κλάδος λόγω των διεθνών συνθηκών, αντιμετωπίζει πρωτοφανείς δυσμενείς συνθήκες. Κριτική μπορεί και πρέπει να γίνεται. Αλλά άλλο είναι η κριτική και άλλο η απαξίωση όλων όσων θυσιάζουν τον εαυτό τους, για το κοινό καλό και το καλό του κλάδου. Πρέπει να υπάρχει ο αυτονόητος σεβασμός.
Η κριτική στα καφενεία δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντικαταστήσει τον εποικοδομητικό διάλογο.

Back to top button