Ελλάδα

«Ένιωθαν σαν να ήταν ακόμη εκεί, ήταν σε σοκ» – Συγκλονίζει ψυχολόγος για τους διασωθέντες του ναυαγίου

«Ένιωθαν σαν να ήταν ακόμη εκεί. Δεν ήξεραν που βρίσκονταν. Ήταν σε σοκ και σύγχυση». Με αυτά τα λόγια περιγράφει την ψυχολογική κατάσταση των διασωθέντων μεταναστών και προσφύγων η ψυχολόγος της ΑΜΚΕ ΙΑΣΙΣ, Εύα Φίλου που συμμετείχε σε κλιμάκιο για την ψυχοκοινωνική υποστήριξή τους.

Όπως εξηγεί ήταν αναστατωμένοι και ένιωθαν αγωνία, φόβο και άγχος ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αισθάνονταν και θυμό, αντίδραση η οποία, όπως αναφέρει είναι «φυσιολογική» μπροστά σε τέτοια γεγονότα.

Αρκετοί ήταν πολύ ταλαιπωρημένοι, δεν είχαν φάει για μέρες. Όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Φίλου, υπήρχαν πολλά άτομα που τους έλεγαν ότι είχαν και σωματικά θέματα ότι πονάει το στομάχι τους, ότι δεν είχαν πιει νερό.

«Βρέθηκαν σε μία κατάσταση που την μία μέρα ήταν στο πλοίο και την επόμενη σε έναν χώρο που δεν ήξεραν κανένα από εμάς. Οπότε αυτό ενίσχυε το φόβο και την αγωνία. Αρκετά άτομα είχαν συγγενείς τους οποίους δεν έβρισκαν ή δε βρίσκουν ακόμα άλλοι γνώριζαν ότι έχουν χάσει τους δικούς τους οπότε πέρα από το κομμάτι της διαχείρισης τραύματος είχαμε και το κομμάτι της διαχείρισης πένθους γιατί υπήρχαν άτομα τα οποία ήξεραν ότι έχουν χάσει τους συγγενείς τους και καλούνταν να το διαχειριστούν. Αντιμετωπίσαμε και περιπτώσεις που δεν ήθελαν να αναφερθούν περισσότερο επειδή στεναχωριούνταν πολύ», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Φίλου και προσθέτει ότι προσπαθούσαν να τους υποστηρίξουν ψυχολογικά όσο μπορούσαν.

Ορισμένοι είχαν αγωνία για το τι θα κάνουν από εδώ και πέρα ενώ αρκετοί ήταν αυτοί που βίωσαν άγχος και απόγνωση γιατί δεν μπορούσαν να βρουν στο τηλέφωνο τα οικεία τους πρόσωπα, σύμφωνα με την κ. Φίλου. «Εκεί κληθήκαμε να τους στηρίξουμε και έτσι να τους καθησυχάσουμε. Κάποιοι είχαν θλίψη είτε γιατί κάπως είχε έρθει ως επακόλουθο, μετά από την επικοινωνία με τους δικούς τους μαζί με τη συγκίνηση, είτε μπορεί να είχαν χάσει κάποιον δικό τους άνθρωπο στο πλοίο. Θυμάμαι ένα άτομο να μας λέει ότι στεναχωριέται γιατί έχασε τους φίλους του στο πλοίο στο ταξίδι», τονίζει.

«Παρέχουμε την υποστήριξη μέσα από πρώτες βοήθειες ψυχικής υγείας καθώς και συναισθηματική υποστήριξη συναισθηματική στο βαθμό που κάποιος επιθυμεί. Δεν ήθελαν όλοι να μιλήσουν. Γι αυτό εμείς τους δίναμε τον χώρο να εκφράσουν σκέψεις και συναισθήματα όποτε αυτοί ήθελαν. Ήμασταν εκεί σε περίπτωση που ήθελαν να μιλήσουν, δεν τους πιέζαμε», επισημαίνει και προσθέτει ότι το βασικό που τους έλεγαν είναι ότι χρειάζεται να δώσουν χώρο και χρόνο στον εαυτό τους γιατί έχουν περάσει κάτι πολύ δύσκολο. «Τους λέμε να δώσουν χώρο και χρόνο στα συναισθήματά τους και ότι είναι δυνατοί που κατάφεραν και έφτασαν ως εδώ. Κάποιες φορές συναντήσαμε και σιωπή, βουβαμάρα. Προσπαθήσαμε και σε αυτές τις περιπτώσεις να δώσουμε χώρο και στη σιωπή ώστε ο καθένας να εκφραστεί όποτε θέλει», λέει η κ. Φίλου και προσθέτει ότι ακόμα και με μικρά πράγματα υποστηρικτικά που έκαναν κατάφερναν να τους προσφέρουν ένα χαμόγελο την επόμενη μέρα.

«Μπορούσαμε να τους προσφέρουμε ένα χαμόγελο την επόμενη μέρα. Και μας ευχαριστούσαν που υπάρχει αυτό το χαμόγελο, ήταν μία πολύ μικρή έκφραση ευγνωμοσύνης. Αυτό το χαμόγελο μέσα σε όλη αυτή τη δύσκολη κατάσταση που βίωσαν νομίζω ήταν το σημαντικότερο που έτσι αποκόμισα κι εγώ και η ομάδα», σημειώνει.

Μαρτυρίες που συγκλονίζουν από το ναυάγιο – «Έκλαιγαν όταν κατάφερναν να μιλήσουν με τους συγγενείς τους»

Διέσχιζαν το δρόμο του λιμανιού της Καλαμάτας που οδηγούσε στον χώρο όπου διέμεναν οι διασωθέντες μετανάστες και πρόσφυγες του ναυαγίου που συνέβη ανοιχτά της Πύλου πολλές φορές μέσα στην ημέρα. Κρατούσαν τα κινητά τους και έδειχναν φωτογραφίες των δικών τους ανθρώπων που γνώριζαν ότι είχαν επιβιβαστεί στο αλιευτικό σκάφος που βυθίστηκε, αλλά δεν είχαν ακόμη νέα τους. Πρόσωπα βουβά και σκυθρωπά, πλησίαζαν την περιφραγμένη είσοδο, κοιτούσαν από τις χαραμάδες μήπως και βρουν τον/την συγγενή τους και ρωτούσαν συνεχώς τις λιμενικές αρχές με την ίδια αγωνία πάντοτε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους. Ορισμένοι λύγιζαν, ξεσπούσαν κι άλλοι παρέμεναν στον χώρο μήπως μάθουν κάτι παραπάνω. Καθώς περνούσαν οι ώρες όλο και περισσότεροι συγγενείς αγνοουμένων κατέφταναν στο λιμάνι της Καλαμάτας, άλλοι έχοντας μαζί τους ελάχιστα πράγματα και άλλοι με βαλίτσες στα χέρια τους.

Το δεύτερο βράδυ από την ημέρα που έγινε το ναυάγιο ο Ταχίρ Ραζάρ από το Πακιστάν που εδώ και χρόνια μένει στην Ελλάδα πλησιάζει στην είσοδο της αποθήκης στο λιμάνι της Καλαμάτας και ρωτάει τις αρχές μήπως έχουν δει τον 18χρονο ξάδερφό του. Δείχνει τη φωτογραφία του νεαρού συγγενή του από το Πακιστάν που έφυγε από τη χώρα του, πήγε στη Λιβύη και επιβιβάστηκε στο αλιευτικό σκάφος. «Ήθελε να φύγει από το Πακιστάν και να πάει στην Ιταλία. Δεν άντεχε άλλο την κατάσταση και τη φτώχεια στη χώρα του, μας έλεγε δεν αντέχεται άλλο, πρέπει να φύγουμε από εδώ», αναφέρει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, δείχνοντάς μας τη φωτογραφία του ξαδέρφου του. « Πλήρωσε 5.000 δολάρια για να φύγει να πάει να βρει δουλειά», εξηγεί. Μια μέρα πριν ταξιδέψει, επικοινώνησε με τους δικούς του και τους είπε «να κάνουν την προσευχή τους για να φτάσει». Δεν έφτασε ποτέ όμως. « Μίλησα με τους γονείς του προσπαθούσα να τους καθησυχάσω, αλλά δεν τον βρίσκουμε πουθενά», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, αποχωρώντας από το λιμάνι, δίχως να έχει κάποιο νεότερο για τον συγγενή του.

Από την άλλη πλευρά, στο επιχειρησιακό κέντρο που είχε στηθεί, κλιμάκιο του τομέα αναζητήσεων και αποκατάστασης οικογενειακών δεσμών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού προσπαθούσε να βοηθήσει τους διασωθέντες να επικοινωνήσουν με κάποιο οικείο τους πρόσωπο. «Το βράδυ της Πέμπτης 15 Ιουνίου κάναμε πάνω από 78 τηλέφωνα. Όσοι είχαν διασωθεί και θυμούνταν κάποιο τηλέφωνο συγγενή τους απευθύνονταν σε εμάς για να μιλήσουν με τους δικούς τους. Οι κλήσεις διαρκούσαν περίπου 3 λεπτά ώστε να επικοινωνήσουν για να πουν ότι είναι καλά και σώοι», επισημαίνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η τομεάρχης αναζητήσεων και αποκατάστασης οικογενειακών δεσμών Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, Μαρία Λιανδρή. Μπορεί να μην καταλάβαιναν τη γλώσσα ωστόσο, όπως εξηγεί, στο πρόσωπο των διασωθέντων μεταναστών και προσφύγων αποτυπώνονταν όλα τους τα συναισθήματα. « Εμείς δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα , αποτυπώνονται όμως όλα τα συναισθήματα και στο πρόσωπο και στους ήχους, την ίδια ώρα που από την άλλη μεριά της γραμμής μπορεί να ακούσεις μία κραυγή χαράς, ένα κλάμα, μία φωνή. Συμμετέχεις. Είναι ανάμεικτα τα συναισθήματα. Αυτό που είναι κοινό και συζητούσαμε είναι ότι όλα τα πρόσωπα όταν έρχονται είναι κατηφή και όταν κλείνουν τα τηλέφωνα λάμπουν», περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Λιανδρή προσθέτοντας ότι το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να μην θυμάται κάποιος το τηλέφωνο ή να μην μπορείς να πιάσει εύκολα γραμμή. «Η επικοινωνία είναι ένα δικαίωμα όπως και να ψάχνουν και να αναζητούν οι άνθρωποι τους δικούς τους. Κι εμείς αυτή την υποχρέωση έχουμε να καλύπτουμε αυτό το δικαίωμα. Εμάς μας δηλώνουν ποιους θα καλέσουν και ρωτάμε και τη συγγένεια για να δούμε υποστηρικτικά μήπως χρειαστούμε. Οι πιο πολλοί κάλεσαν τα αδέρφια τους και τις μαμάδες τους», τονίζει.

Η κ. Λιανδρή θυμάται χαρακτηριστικά τον πρώτο άνθρωπο που προσπάθησε να μιλήσει με κάποιον δικό του. « Ο πρώτος που κάθισε για να μιλήσει φαινόταν ότι ήταν ταλαιπωρημένος. Ήταν πάρα πολύ ήσυχος και αμίλητος που φαινόταν σαν να μην έχει συναίσθημα μόλις μίλησε άρχισε να κλαίει. Ήταν τελείως άλλος άνθρωπος ήταν σαν να ξέσπασε», λέει και τονίζει ότι ήταν αρκετοί αυτοί που ξέσπασαν σε λυγμούς.

Στην αρχή, όπως αναφέρει, οι περισσότεροι νιώθουν μια αγωνία. Την ίδια αγωνία νιώθουν κι εκείνοι που μεσολαβούν για να μιλήσουν με τις οικογένειές τους.

«Εμείς έχουμε πιο πολύ την ανάγκη να βρούμε τον δρόμο να καθοδηγήσουμε τους ανθρώπους για το τι πρέπει να κάνουν, ειδικά όταν πρόκειται για ένα τόσο μεγάλο δυστύχημα με τόσους νεκρούς και αγνοούμενους. Αυτό που είναι το πιο δύσκολο είναι να μπούνε τα πράγματα σε μια σειρά και να ξέρουν οι άνθρωποι που να ψάξουν και πως να ψάξουν οπότε εμείς αισθανόμαστε όλοι αυτή την πίεση», σημειώνει ενώ προσθέτει ότι χρειάζεται να κοινοποιηθεί ότι ο ερυθρός σταυρός είναι το ίδιο ακριβώς σε όλο τον κόσμο οπότε σε όποια χώρα και να είναι κάποιος μπορεί να απευθυνθεί στον αντίστοιχο Ερυθρό Σταυρό για να αναζητήσει κάποιο οικείο του πρόσωπο.

Ιωάννα Καρδάρα | ΑΠΕ

Back to top button