Ελλάδα

Έρως, αυτό το χρυσοποίκιλτο μαχαίρι – Από τη Μήδεια στα… αδέλφια της

Δια στόματος και ψυχής των πάντων, συντηρείται και διατρανώνεται από τη διαχρονικότητα της μίας αμιγούς αξίας. Δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση, δεν ισοπεδώνεται από λογική, δεν φτιασιδώνεται κατά πώς το απαιτεί ο συρμός. Και πώς, άλλωστε; Ο χρόνος απέδειξε πως είναι ανίκητος στη μάχη, είναι θρίαμβος ζωής πέρα ακόμη κι από αυτό το συμβατό τέλος, που ονομάζουμε θάνατο, αφού «όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί…» που λέει κι ο ποιητής.

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

Αγαπητέ έρωτα, απρόσωπε, ασώματε, απανταχού παρών, καλώς ήλθατε στην τιμητική σας, μέσα από τούτες τις αναφορές της καθημερινής ρουτίνας, της πεζής, της στερούμενης φαντασίας και ευαισθησίας επικαιρότητας, που εντέλλεται να υπηρετεί ο Τύπος. Της ειδησεογραφίας που προσαρμόζει το κοινό αίσθημα στα δικά της σκληρά και συχνά απάνθρωπα μέτρα και σταθμά. Κι ας γίνεται αυτή η ίδια αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς των συνεπειών, που ο καθένας αποδίδει στις λέξεις «έρως», «πάθος», «παραλογισμός»…

Ο όρος «γυναικοκτονία» είναι νέος στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά η πράξη δραματικά οικεία, όλες τις εποχές, ανά την υφήλιο. Στην πιο διαδεδομένη ακραία στρεβλότητά του το ερωτικό πάθος, που δεν έχει ανταπόκριση, γεννά εκδικητική μανία και στοχεύει απευθείας στη γυναίκα (ή στον άνδρα) που απίστησε ή δεν θέλει πια… Σε λιγότερο διαδεδομένη έκφανση ο «προδομένος» έρωτας πλήττει άτομα του οικείου περιβάλλοντος για να προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο… «Ιέρεια» αυτής της μορφής εκδίκησης θα είναι πάντα η Μήδεια, που θανάτωσε τα δύο παιδιά της για να τιμωρήσει τον εραστή και πατέρα τους. Τα λόγια της στοιχειώνουν: «δεν υπάρχει οργή πιο φοβερή και πιο αθεράπευτη από αυτή δύο ανθρώπων που αγαπήθηκαν».

Η έρευνα, που αναρτά σήμερα το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων και θα ολοκληρωθεί σε δύο συνέχειες, αφορά το βαθύτερο των συναισθημάτων, που εξασφαλίζει ειρηνική συνύπαρξη και δημιουργία με την ίδια ευκολία, που προκαλεί πολέμους και καταστροφές, που στεριώνει βίους και αφαιρεί ζωές. Θα φιλοξενηθούν απόψεις ειδικών και ασφαλώς, θα κληθεί να συνεισφέρει και το αστείρευτο δημοσιογραφικό αρχείο, από όπου θα ανασυρθούν πηχυαίοι τίτλοι για δράματα που απέχουν έτη, αλλά είναι τόσο ίδια μεταξύ τους… «Εκτέλεσε τον εραστή της γυναίκας του», «Ο έρωτας με τύφλωσε», «Έγκλημα από ερωτική αντιζηλία»…

 

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ…

Μυθολογία, ιστορία, τέχνη. Αδιάψευστοι μάρτυρες του έρωτα και του ερωτισμού, της αίσθησης και της αισθητικής. Από την Ελένη και τον Πάρη ως τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα. Από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα ως τον Μπαρτ και τον Σταντάλ. Από τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή ως τον Γκαίτε και τον Φασμπίντερ. Από τον Σόλωνα και τον Λουκιανό ως τον Μαρκούζε και τον Μπρυκνέρ. Μέσα στο χάος των αιώνων, γενεές επί γενεών τάχθηκαν στη μελέτη του ερωτικού φαινομένου. Τα πορίσματα καταγράφηκαν σε αγγεία και συγγράμματα, σε σενάρια και λιμπρέτα, σε παρτιτούρες και λογοτεχνικά άπαντα, απ΄ άκρου σ΄ άκρο της οικουμένης. Πολλώ μάλλον στην Ελλάδα, όπου πουθενά αλλού όσο εδώ, η ζωή του πνεύματος δεν θεωρήθηκε τόσο αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τη ζωή του σώματος και οι ηδονές του πνεύματος τόσο αλληλένδετες μ΄ εκείνες της σάρκας.

Η ωραία Ελένη θα είναι πάντα στην ιστορία ως η πρώτη «απιστήσασα». Οι χρονικογράφοι της εποχής και οι μεταγενέστεροι δίνουν ο καθείς τη δική του ερμηνεία για τη… δράση της. Στον Όμηρο, η ευθύνη για την εγκατάλειψη της συζυγικής κλίνης και η φυγή της γυναίκας με τον εραστή της αποδίδεται προπάντων στη βούληση των θεών, ειδικά σε εκείνη της εκπροσώπου της «κολάσιμης θηλυκής ομορφιάς» και πρώτης διδάξασας περί των ερωτικών απιστιών, την Αφροδίτη. Πιο αυστηρός ο Ησίοδος, επιρρίπτει προσωπική ευθύνη στην ηρωίδα κι ας περνάει σε πρώτο πλάνο το θέμα της ομορφιάς με την… επέμβαση των λυρικών. Ο Αισχύλος διατείνεται πως η ομορφιά της Ελένης εμπεριέχει «δαιμονικά στοιχεία» και ο Ευριπίδης εισάγει στον μύθο στοιχεία ηθικής τάξης, κατεβάζοντας στο επίπεδο της «άτιμης» τη γυναίκα που εγκαταλείπει τον σύζυγό της για κάποιον νεότερο, ομορφότερο και πλουσιότερο. Όσο για τους σημερινούς μελετητές, η αρπαγή της Ελένης δεν αποτελεί παρά την αφορμή για την έναρξη του τρωικού πολέμου. Αλλά ο παραλογισμός του έρωτος είναι υπόθεση οικεία τοις πάσι. Νωρίτερα, το Δωδεκάθεο έχει προσφέρει σωρεία σκανδάλων. Ανταγωνισμοί, τσακωμοί, τρομακτικοί αφορισμοί και τιμωρίες, ερωτικές αντιζηλίες και περιπέτειες. Ο έρως υπήρξε πάντα ο αγγελιοφόρος της συμπαντικής δύναμης, που δεν έκανε διάκριση στους τίτλους και την ισχύ, στους θνητούς και τους αθανάτους… Με το χορικό της Αντιγόνης «έρωτα ανίκητε στον πόλεμο, που κάνεις κτήμα σου όπου πέσεις, που στα απαλά μάγουλα της κορασίδας ξενυχτάς, που γυρνάς πάνω από τα πέλαγα και τους πιο απόμερους τόπους, δεν σου ξεφεύγει εσένα ούτε θεός ούτε κανείς από τους ολιγόζωους ανθρώπους. Κι όποιον τον πιάσεις, γίνεται τρελός…» ο Αισχύλος έρχεται να εξυμνήσει κατά τρόπο μοναδικό τον φτερωτό θεό.

Οι αναπαραστάσεις στα αγγεία του μακρινού παρελθόντος ξετυλίγουν τον μίτο της ερωτικής ευζωίας των προγόνων μας. Ο «έρως καλός» απεικονίζεται στις διάφορες φάσεις της αέναης διαδρομής του. Στο δωρικό διάζωμα του Παρθενώνα πολεμά τους Γίγαντες με το τόξο στο χέρι, υπερασπιζόμενος τη μητέρα του. Στο διάζωμα των Παναθηναίων παρακολουθεί την παράδοση του πέπλου ακουμπισμένος στα γόνατά της. Στους «Όρνιθες», ο Αριστοφάνης δίνει με τον δικό του γλαφυρό τρόπο τη γέννηση του σαϊτοφόρου θεού: «Στην αρχή υπήρχε Νύχτα και Χάος μοναχά, πλατύς Τάρταρος κι Έρεβος μαύρο· ούτε αέρας υπήρχε ούτε γη ή ουρανός· τότε μέσα στου Ερέβους τον κόρφο τον απέραντο, έν᾽ άσπορο αυγό στην αρχή η μαυροφτέρουγη Νύχτα γεννάει· κι όταν ήρθε ο καιρός, απ᾽ τ᾽ αυγό ο ποθητός πρόβαλε Έρωτας· είχε στις πλάτες δύο φτερούγες που αστράφταν χρυσές, και γοργά στο στροβίλισμα επέτα του ανέμου. Με το Χάος, που κι αυτό φτερωτό ήταν, κρυφά μες στον Τάρταρο ο Έρωτας σμίγει και το γένος μας έτσι ξεκλώσησε· αυτό μες στο φως πρωτανέβασε κιόλας. Αθανάτων φυλή δεν υπήρχε, ώσπου πια σμίξιμο έφερε ο Έρωτας σε όλα· κι όπως έσμιγε το ᾽να με τ᾽ άλλο, ουρανός, γη και θάλασσα γίνηκαν, κι όλων των μακάριων αθάνατων θεών η φυλή». Στη «Θεογονία» του Ησίοδου, Χάος, Γαία και Έρως προϋπάρχουν του σύμπαντος. Αυτές οι τρεις μορφές δεν έχουν γεννηθεί η μία από την άλλη. Είναι αυτογέννητες. Οι δύο πρώτες γεννούν. Η τρίτη, ο Έρως, όχι. Αυτός ενώνει και ωθεί σε δημιουργία τις άλλες δυνάμεις.

Στο πέρασμα από τον μύθο στην πραγματικότητα της αρχαίας Ελλάδας, το κλαρί του έρωτα απαντάται πάντα ως γόνιμη καταβολάδα με αειθαλή ριζώματα. Η ισχύς του πάνω σε κάθε έλλογο ον αποτελεί βασικό αντικείμενο μελέτης όλων των μεγάλων φιλοσόφων όλων των εποχών.

Ο Σωκράτης διατυπώνει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον την παιδαγωγική αξία του έρωτα, που γεννιέται από το κάλλος, αρκεί να εξιδανικεύεται σε έναν ψυχικό έρωτα. Η αριστοτέλεια θεωρία πάλι, με την απόλυτη τάση προς το ιδεώδες του ηθικού μεγαλείου καταδικάζει τη σεξουαλική ακράτεια, αναγνωρίζοντας, βέβαια, πως τα συναισθήματα που δημιουργεί η ερωτική αγάπη, οδηγούν προς την αρετή. Από την άλλη, ο Πλάτων στέκεται επιεικέστερος έναντι της σάρκας. Θεωρεί τον έρωτα «πνευματική τεκνογονία μέσα στο ωραίο», κάλεσμα της αθανασίας και, στην ανώτερη έκφανσή του, το μέσο που θα δώσει στην ψυχή τα χαμένα της φτερά. Χαρακτηριστικός είναι ο λόγος της Διοτίμας στο πλατωνικό «Συμπόσιο»: «ο Έρως δεν είναι θεός, αλλά κάτι μεταξύ θνητού και αθανάτου. Είναι κάθε άλλο παρά απαλός και ωραίος. Αιώνια φτωχός επειδή έχει τη φύση της μητέρας του (Πενία). Επηρεαζόμενος, όμως, από τη φύση του πατέρα του (Πόρος), ρίχνει δολερά τα δίχτυα του στα ωραία και στα αγαθά και είναι γενναίος και ριψοκίνδυνος και ορμητικός και φοβερός κυνηγός και όλο καινούργια τεχνάσματα σκαρώνει, επιθυμητής αλλά και προμηθευτής της φρόνησης φιλοσοφώντας σε όλη του τη ζωή, όπως εκείνοι που βρίσκονται στα μισά του δρόμου από την αμάθεια στη γνώση […] Ο Έρως είναι έρωτας προς το ωραίο και αγωνίζεται να το κατακτήσει. Όμως, η κατοχή του ωραίου δεν αποτελεί παρά ένα μέσο, που αποβλέπει σε κάποιον σκοπό. Όπως η κατοχή του αγαθού είναι ένα μέσο για την απόκτηση της ευτυχίας. Αναφορικά με τι, λοιπόν, το ωραίο αποτελεί αντικείμενο του έρωτα; Το αντικείμενο του έρωτα είναι η κυοφορία και ο τοκετός μέσα στην ομορφιά, σωματική και ψυχική. Ο έρωτας-εραστής είναι βασικά δημιουργός τόσο στο πνευματικό επίπεδο όσο και στο ψυχικό…». Σύμφωνα με την εκτίμηση της Διοτίμας, λοιπόν, και εφόσον στο φυσικό επίπεδο η συνεύρεση άνδρα και γυναίκας είναι γέννηση, και σε αυτή την πράξη υπάρχει κάτι θεϊκό εφόσον κυοφορία και γέννα είναι αθάνατα στοιχεία μέσα στη θνητή ζωική φύση, ο… ηθικός αυτουργός των δύο, ο έρωτας, είναι στοιχείο αθανασίας.

 

ΙΕΡΑ ΠΟΡΝΕΙΑ

Ο Σόλων και ο Λουκιανός κάνουν αξιοσημείωτη αναφορά στην παντοδυναμία του φτερωτού θεού, τόσο ως συναισθήματος όσο και ως πράξης, ενώ ο Έρως σε αυτή τη δεύτερη έκφρασή του υμνείται και καταγράφεται στα τεκμήρια πολιτισμού όλων των εποχών. Η πράξη του σαρκικού έρωτα συνδέεται με τα αρχαιότερα αγροτικά τελετουργικά. Η περίπτυξη της Δήμητρας με τον Ιάσονα «σε έναν αφύτευτο αγρό τρεις φορές οργωμένο» για να συλλάβει έναν γιο, τον Πλούτο, που σκορπά την αφθονία, αποτυπώνεται θαυμάσια στα αγαλματίδια που παρουσιάζουν ένα αγκαλιασμένο ζεύγος και τα οποία χρησιμοποιούνται ως φυλακτά για την ευφορία της γης. Παρόμοιες εικόνες έρχονται και από τη νεολιθική ακόμα εποχή πάνω σε κομμάτια τερακότας, που έφερε στο φως στη Θεσσαλία η αρχαιολογική σκαπάνη. Οι δε φάσεις της ερωτικής συνεύρεσης απεικονίζονται σε πληθώρα αγγείων, τα οποία φιλοξενούνται σε ελληνικά και ξένα μουσεία.

Η ερωτική διέγερση, ακόμα και μέσα στην ενστικτώδη έκφρασή της (είτε αναφέρεται σε άνθρωπο, είτε σε ζώο) συνδέεται συχνά με τη διονυσιακή έξαρση και τη σωτήρια -εντέλει- διέγερση των διονυσιακών δυνάμεων της ευφορίας και της γονιμότητας. Γι αυτό οι Έλληνες της αποδίδουν ιερό χαρακτήρα. Από τον 4ο αι. τα γυμνά αγάλματα της Αφροδίτης, τα οποία η ιστορία θέλει να μετατρέπονται σε «σκοτεινά αντικείμενα του πόθου» ερωτοχτυπημένων νεαρών, εμπεριέχουν θρησκευτικά μηνύματα. Άλλωστε, το έθιμο της «ιεράς πορνείας» στο όνομα της θεάς του έρωτα, που σώθηκε κυρίως από μαρτυρίες του Ηρόδοτου και του Στράβωνα, φανερώνει την ιερότητα του ερωτικού τελετουργικού. Η πρώτη μορφή «ιεράς πορνείας» προέρχεται από τη Βαβυλώνα και την Αρμενία. Έπονται η Λυδία, η Κύπρος και η Συρία. Σύμφωνα με το έθιμο, «τον αίσχιστο των νόμων», όπως το χαρακτηρίζει στις καταγραφές του ο Ηρόδοτος, κάθε ντόπια γυναίκα, ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης, από την ενήβωσή της είναι υποχρεωμένη να σταθεί στον ναό της Αφροδίτης και να συνευρεθεί με κάποιον ξένο άνδρα, ο οποίος θα την επιλέξει, αντί ποσού, που θα καταλήξει υπέρ της θεάς. Το έθιμο της «ιεράς πορνείας» με αισθητές, ή μη, αλλαγές ταξιδεύει στον χρόνο και απαντάται σε πολλούς κατοπινούς πολιτισμούς. Κάποτε παύει να είναι «ιερά»…

Οι πολιτισμικές μεταλλάξεις και τα καλλιτεχνικά ρεύματα που ακολουθούν στους αιώνες, τροφοδοτούνται και διαμορφώνονται μέσα από τον έρωτα και συχνά για τον έρωτα. Διαλογισμοί, παραδόσεις, εικαστικές τέχνες, λογοτεχνία και ποίηση, ακόμη και αρχιτεκτονικοί ρυθμοί εμπνέονται από το «θείο ύψιστο συναίσθημα». Η εποχή του ρομαντισμού έχει να επιδείξει τα περισσότερα και σημαντικότερα δείγματα της επιρροής του. Καθώς αποτελεί προσφιλές αντικείμενο έρευνας, ο έρωτας ανασκαλεύεται διαρκώς από τα εκάστοτε κοινωνικά δεδομένα. Πλούσιοι σε μελετητικό υλικό με τη μορφή της τέχνης του λόγου, αλλά και του λυρικού δράματος, εμφανίζονται οι 17ος, 18ος και 19ος αιώνες. Το μελόδραμα εξαίρει τον έρωτα ακολουθώντας και υπερθεματίζοντας τα εικαστικά αριστουργήματα των Ιταλών, Ισπανών και Ολλανδών ζωγράφων. Έτσι, από την αγαπημένη «Ωραία Μάγια» του Γκόγια, το κοινό αίσθημα παραδίδεται στην ερωτική λαγνεία της Τραβιάτα και της Τόσκα. Με τον δικό τους μοναδικό τρόπο, Βέρντι, Πουτσίνι, Αλεβύ, Ντονιτσέττι, Μπιζέ, Όφφενμπαχ και τόσοι άλλοι αθάνατοι πατέρες της όπερας, υμνούν τον έρωτα, που συνήθως οδηγεί στη φυσική εξόντωση των ηρώων τους! Ωστόσο, εκείνος δεν εκλείπει. Ζει και βασιλεύει σε ένα άλλο, μεταφυσικό, επίπεδο.

Στο σήμερα, εποχή που ενδύεται το βαρύ ερωτικό χιτώνιο των προηγούμενων αιώνων, δεν είναι λίγοι οι χώροι (που θεωρητικώς, αποτάσσουν τα περισσεύματα ευαισθησίας και φαντασίας) οι οποίοι συναντούν τον έρωτα κα στο δικό τους θεματικό αντικείμενο. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει σχέση ανάμεσα στην Πολιτική και τον Έρωτα; Κι όμως…

«Για να λυθεί το πολιτικό πρόβλημα, πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από το αισθητικό. Αφού εκείνη που οδηγεί στην ελευθερία, είναι η ομορφιά» θα τονίσει στις «Αισθητικές Επιστολές» του ο Σύλλερ. «Αφού εκείνη που οδηγεί στην ευτυχία, είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και τα αισθήματά (χρώματα)» θα συμπληρώσει ο Ελύτης. «Μία νέα τάξη ομορφιάς εγκαθιδρύεται. Μία τάξη που θα συμμορφώνεται με τους νόμους, αλλά νόμους που είναι οι ίδιοι ελεύθεροι. Δεν είναι επιβεβλημένοι και δεν επιβάλλουν οι ίδιοι την επίτευξη ορισμένων προορισμών […] Η αισθητική συμμόρφωση με τον νόμο συνδέει τη φύση με την ελευθερία, την ηδονή με την ηθική» θα διατυπώσει στο «Έρως και Πολιτισμός» ο Μαρκούζε.

Αλλά αναμφισβήτητα το… λαμπρότερο πεδίο δόξας για τον έρωτα υπήρξε η λογοτεχνία. Ο φτιασιδωμένος ή αφτιασίδωτος γραπτός λόγος περί το συναίσθημα, που ανά τους αιώνες ξεχύνεται ποτάμι γονιμοποιώντας και τις πιο άγονες εκτάσεις της ανθρωπότητας…

Τον έρωτα για τον έρωτα, επικαλείται στη δική του κριτική μελέτη ο σπουδαίος Ρολάν Μπαρτ, άποψη που παραπέμπει ευθέως στο πλατωνικό Συμπόσιο. Το βαθύ συναίσθημα που νιώθουμε έναντι του συνανθρώπου, δεν είναι άλλο από τη διάθεσή μας να ερωτευτούμε οπωσδήποτε, οτιδήποτε και οποιονδήποτε, σημειώνει καταλήγοντας πως «ερωτευόμαστε τον έρωτα και όχι το πρόσωπο. Η ερωτική διάθεση είναι αμιγώς εγωιστική αντίδραση». Ο Σταντάλ πάλι βλέπει στη σχέση ερωτευμένων θύτη και θύμα. Για την ακρίβεια «ανάμεσα σε δύο ερωτευμένους, ο ένας είναι ο πλήττων και ο άλλος ο πάσχων»…

Στο θέατρο, ο έρωτας σε όλες του τις εκφάνσεις, από τη γέννηση έως τον θάνατό του, απεικονίζεται άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε με έντονη δόση σουρεαλισμού. Κάθε ερωτική διάθεση ζει μέσα από φίλτρα των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών δεδομένων. Δεν είναι τυχαίο ότι εκφραστές διαφορετικών εποχών και σχολών, Πιραντέλλο, Ο΄Νηλ, Λόρκα, Κοκτώ, Φασμπίντερ, Ιονέσκο, Χορτάτσης, Λιδωρίκης, Ιωάννου, απέδωσαν με διαφορετικό τρόπο, αλλά το ίδιο συγκινησιακά, την ερωτική παραζάλη. Στην Ελλάδα, ύμνο στον μέχρις εσχάτων έρωτα, αποτελεί το έργο του Γρηγόριου Ξενόπουλου «Μυστικοί Αρραβώνες». «Ναι, ο θάνατος στη ζωή μας καλύτερα, παρά στην αγάπη μας – τη μεγάλη μας την αγάπη! Αυτή δεν πρέπει να πεθάνει ποτέ. Δεν εγεννήθηκε για να πεθάνει. Κι όμως, στο άλλο σου, εκείνο το κακό γράμμα, ζητούσες τον θάνατό της. Μα τώρα… Ω, τι χαρά! Καλύτερα τη ζωή μας, παρά την αγάπη μας!» ομολογεί η ηρωίδα του σε μία από τις πάμπολλες επιστολές της προς τον αγαπημένο της και καταλήγει: «Δεν με μέλει πια αν ζήσω, αν πεθάνω. Φτάνει ό,τι γίνει, να γίνει μαζί σου. Αν μου πεις “πρέπει να ζήσουμε και να υποφέρουμε”, θα ζήσω και θα υποφέρω. Αν μου πεις πάλι “πρέπει να πεθάνουμε”, είμαι έτοιμη να πεθάνω στην αγκαλιά σου…».

Σε αυτή την ακραία μορφή έρωτα εντοπίζουν τον πυρήνα των ψυχολογικών ανισορροπιών των περισσοτέρων από τους ασθενείς τους οι ψυχίατροι. Σε αυτήν αποδίδουν οι ερευνητές του εγκλήματος την αναζήτηση της τελικής μετάβασης των πασχόντων βαθιά από την ανίατη «νόσο» των αιώνων. Σε αυτό το υποκειμενικώς ερμηνευμένο άγγιγμα της ανθρώπινης ψυχής, στήνουν οι κοινωνιολόγοι τη συλλογικότητα των κοινωνιών των έλλογων όντων του πλανήτη.

 

ΕΡΩΤΕΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΘΟΝΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ – ΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΕΞΟΙΚΕΙΩΜΕΝΕΣ ΜΕ ΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Όσο αποτροπιασμό κι αν προκαλεί στη ζωή, στην οθόνη και στη σκηνή ο «έρως εγκληματίας» θα βρίσκει ένα κοινό πρόθυμο να κατανοήσει τις ανυπόληπτες διαμάχες μεταξύ των εραστών. Εκεί, είτε ως απλό σενάριο, είτε ως αληθινή ιστορία σε προσαρμογή, η ερωτική έξαρση που μπορεί να οδηγήσει στο έγκλημα πάθους ή στην αυτοχειρία δεν σοκάρει, δεν αιφνιδιάζει, δεν πανικοβάλλει. Τόσο στην οθόνη όσο και στο θεατρικό σανίδι ουκ ολίγοι έρωτες έχουν πλεχθεί, εξελιχθεί και ολοκληρωθεί με ανορθόδοξο τέλος… Κι όπως στη ζωή έρωτας και παραλογισμός βαδίζουν πλάι πλάι, έτσι και στο σινεμά ή το θέατρο κάθε κανόνας λογικής -ποιος λέει ότι ο έρωτας περνάει από το μυαλό;- σχεδόν αυτονόητα καταλύεται. Ή καλύτερα, επιβάλλεται η… λογική του έρωτα. Από το σουηδικό ή αγγλικό μπουλβάρ ως τα βαριά και ασήκωτα ρωσικά ή νορβηγικά δράματα. Στο τρυφερό «Χάρολντ και Μοντ» του Πίντερ ουδείς ποτέ θα καταλάβει αν ο θεατής προτιμά τη βερσιόν της 80χρονης Μοντ να αποδέχεται την πρόταση γάμου του τρελά ερωτευμένου νεαρού Χάρολντ ή την άλλη του σεναρίου, που θέτει τέρμα στη ζωή της ως επισφράγισμα των ελεύθερων επιλογών του βίου της. Στα δραματικά «Ματωμένα Στέφανα» («Ματωμένος γάμος») του Λόρκα, μήπως εντέλει ο θεατής προτιμά τη λυτρωτική αλληλοεξόντωση από έναν επιβεβλημένο αθέλητο γάμο με έναν ξένο; Και για τον Οθέλλο, αυτόν τον παθιασμένο ήρωα του Σέξπιρ, πόσες φορές ο θεατής, δεν αναζήτησε μία δικαιολογία στο έγκλημα και την αυτοκτονία, παρασυρμένος από τα φαρμακερά λόγια του Ιάγου;

«Ο πάσχων» και «ο πλήττων» του Σταντάλ είναι εδώ. Το θύμα και ο θύτης του έρωτα. Σε ρόλους που εναλλάσσονται, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τις περιστάσεις. Σε ένα συναίσθημα, που καθιστά τον άνθρωπο αδύναμο στον έλεγχο του εαυτού του, δυνατό να κάνει και τη μεγαλύτερη τρέλα…

Προσωπικό αρχείο Τόνιας Α. Μανιατέα

AΠΕ

Back to top button