Ελλάδα

Το πείραμα στο Ιερό του Διός στο Όρος Λύκαιο της Αρκαδίας

Η όραση αποτελεί παραδοσιακά το κύριο αισθητήριο μέσο για την κατανόηση του παρελθόντος -οι αρχαιολόγοι «βλέπουν» τα μνημεία και προσπαθούν να βγάλουν συμπεράσματα. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, νέες μέθοδοι και θεωρητικές προσεγγίσεις υπόσχονται να αποκαλύψουν ακόμα περισσότερα μέσα και από άλλες αισθήσεις, όπως η ακοή. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η έρευνα, που πρόσφατα δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Open Archaeology (https://www.degruyter.com/document/doi/10.1515/opar-2022-0329/html), με τίτλο «Χρησιμοποιώντας την Ψυχοακουστική στην Αρχαιολογία των Αισθήσεων: Εξελίξεις στο Αρχαίο Ιερό του Διός στο Λύκαιο Όρος» της Πάμελα Τζόρνταν, αρχιτέκτονα, υποψήφιας διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Τι σημαίνει, όμως, ψυχοακουστική; «Η ψυχοακουστική μελετά τον τρόπο που το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται τον ήχο. Έρχεται σε αντίθεση με την ακουστική, που είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο ο ήχος κινείται σε ένα περιβάλλον, αλλά και με την ανθρώπινη ερμηνεία του ήχου, ό,τι δηλαδή κάνει ο εγκέφαλός μας στην αρχική λήψη ενός ήχου. Ένα καλό παράδειγμα θα μπορούσε να είναι το εξής: Φανταστείτε ότι περπατάτε σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της πόλης και παράλληλα συνομιλείτε με έναν φίλο σας. Ενώ η ακουστική μελέτη θα μπορούσε να εστιάσει σε όλους τους ήχους και τα χαρακτηριστικά τους, η ψυχοακουστική θα μπορούσε να μελετήσει πώς εσείς ακούτε τον φίλο σας που μιλάει υπό τους ήχους ενός ηχηρού διερχόμενου λεωφορείου και η ερμηνεία του ήχου τον τρόπο που μπορεί να το βρίσκετε αυτό φυσιολογικό», απαντά στην ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ η Πάμελα Τζόρνταν.

Το Ιερό του Δία στο Λύκαιο Όρος, στο νοτιοδυτικό άκρο της Αρκαδίας, ένα από τα σημαντικότερα ιερά της αρχαιότητας, αναπτυγμένο σε δύο διαφορετικές θέσεις, αλλά σε μικρή μεταξύ τους απόσταση, είναι το μέρος όπου κατά την παράδοση γεννήθηκε και ανατράφηκε ο Δίας, αλλά και ο τόπος όπου κάθε τέσσερα χρόνια διεξάγονταν τα Λύκαια, οι αθλητικοί αγώνες προς τιμήν του θεού. Είναι, επίσης, ένας αρχαιολογικός χώρος που γνωρίζει καλά η συνομιλήτρια του ΑΠΕ-ΜΠΕ. «Όταν ξεκίνησα την ανεξάρτητη έρευνά μου για τον ήχο στην αρχιτεκτονική κληρονομιά, σκεφτόμουν την προηγούμενη εμπειρία που είχα στο Ιερό του Διός στο Λύκαιο Όρος, όταν από το 2005 έως το 2008 μελετούσα την αρχιτεκτονική του. Εκείνη την εποχή είχα εντυπωσιαστεί από την ηχητική δυναμική της θέσης. Επιστρέφοντας ως αρχιτέκτονας με ειδίκευση στην ψυχοακουστική και τη μελέτη ηχοτοπίων, ήθελα να χρησιμοποιήσω ό,τι είχα τεκμηριώσει, βάσει δεδομένων, για την ηχητική αντίληψη ώστε να εξερευνήσω τη σχέση μεταξύ ήχου, αρχιτεκτονικής και σχεδιασμού μιας θέσης μέσα στον χρόνο. Ήμουν πραγματικά περίεργη να πειραματιστώ με τον συνδυασμό μεταξύ ψυχοακουστικής και αρχαιολογικών προσεγγίσεων. Είναι τόσα πολλά που δεν γνωρίζουμε για την καθημερινή ζωή ενός ιερού στην αρχαιότητα, που ίσως ο ήχος αποκάλυπτε ένα μοτίβο που δεν μπορούσα να δω», συμπληρώνει η ερευνήτρια που μελετά τον ήχο σε ιστορικούς χώρους από το 2015.

«Δανείστηκα εξοπλισμό ψυχοακουστικής ηχογράφησης από την HEAD Acoustics και το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς έκανα το πρώτο ταξίδι στο Λύκαιο Όρος για να δοκιμάσω ένα πείραμα χρησιμοποιώντας τον συγκεκριμένο εξοπλισμό, έναν ήχο κλήσης κινητού τηλεφώνου και ένα μικρό ηχείο. Επέστρεψα με συνεργάτες πεδίου και πιο ειδικές μεθόδους τα έτη 2017, 2019 και 2022 και με χρηματοδότηση από διάφορες επιχορηγήσεις. Το 2018 έκανα την έρευνα αντικείμενο της διδακτορικής μου έρευνας, την οποία ολοκληρώνω τώρα», επισημαίνει η Π. Τζόρνταν και συνεχίζει ως προς την επιλογή του χώρου: «Ήξερα ότι διατηρούνται ακόμα αρκετές από τις αρχαίες συνθήκες και πως θα μπορούσαν να γίνουν άνετα ακουστικές δοκιμές επειδή η τοποθεσία παραμένει απομονωμένη από τις περισσότερες σύγχρονες πηγές ήχου. Υπήρχαν μόνο δύο ήχοι που έπρεπε να αποφύγω όσο το δυνατόν περισσότερο: τα αεροπλάνα και τα κουδούνια των κατσικιών. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι ήταν μια καλή περίπτωση μελέτης ώστε να δοκιμάσω τη μεθοδολογία μου, ενώ πιθανώς απαντούσα και στο ερώτημά μου, εάν δηλαδή τα αποτελέσματα της ακουστικής έρευνας ευθυγραμμίζονταν με την αρχαία αρχιτεκτονική στην περιοχή ή όχι».

Όσο για τις απαντήσεις, η ίδια επισημαίνει: «Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι η τοποθεσία δεν σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις ηχητικές ιδιότητες του χώρου -δεν υπάρχει κάποια εμφανής γενική ‘ακουστική λογική’ που να σχετίζεται με το αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του ιερού. Ωστόσο, επιβεβαιώνεται πως οι ήχοι σε ορισμένες τοποθεσίες γίνονται αντιληπτοί πιο έντονα ή πιο αδύναμα από ό,τι ‘θα έπρεπε’, ιδιότητες που συνδέονται με ορισμένα αρχιτεκτονικά ή τοπικά χαρακτηριστικά. Το πιο καλό παράδειγμα είναι το ημικυκλικό εσωτερικό μιας κατασκευής, που ενισχύει σημαντικά την αίσθηση οποιουδήποτε ήχου για κάποιον που βρίσκεται στο εσωτερικό της. Καθώς ο λόγος της κατασκευής αυτής είναι ακόμα άγνωστος, αναρωτιέται κανείς ποιες δραστηριότητες θα είχαν ωφεληθεί από μια τέτοια ηχητική ενίσχυση».

Η ερευνήτρια αναφέρεται και σε ένα παράδειγμα ασθενέστερων ηχητικών αποτελεσμάτων που σχετίζονται με κατασκευές πιο μακρινές, όπως το λίθινο οικοδόμημα που έχει συνδεθεί με την πηγή Αγνώ, δίπλα στην οποία, σύμφωνα με Παυσανία, είχε λάβει χώρα τελετή για τον εξευγενισμό της νύμφης και την πρόκληση βροχής. «Οι κατασκευές αυτές βρέθηκαν, όχι απροσδόκητα, πιο ηχητικά απομονωμένες από τις υπόλοιπες. Αλλά και το άλλο κρηναίο οικοδόμημα, που βρίσκεται στη μέση της κύριας συστάδας των κτιρίων του ιερού, ήταν ηχητικά απομονωμένο από τις περισσότερες κατασκευές και ένα από τα λιγοστά μέρη στα οποία η ηχώ έπαιζε σημαντικό ρόλο. Με άλλα λόγια, στη μέση της δραστηριότητας του ιερού υπήρχε ένα σημείο όπου ο ήχος ενίσχυε ένα ιδιωτικό τελετουργικό, μια αισθητηριακή αποστασιοποίηση. Τέλος, η μελέτη διερεύνησε ένα φαινόμενο τονισμού που εγώ και άλλοι αρχαιολόγοι είχαμε παρατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια μεταξύ του ιππόδρομου και ενός παρακείμενου λόφου. Εργάστηκα εκτενώς με την ομάδα μου το 2022 για να προσδιορίσω τις δυο θέσεις, στον λόφο και στον ιππόδρομο, όπου δύο άτομα μπορούν εύκολα να κάνουν μια προφορική συνομιλία -το εντυπωσιακό είναι ότι η απόσταση μεταξύ τους ξεπερνά τα 150 μέτρα! Κι όμως τα προκαταρκτικά δεδομένα έδειξαν ότι η αντίληψη του ήχου είναι συχνά πιο αδύναμη από ό,τι προβλεπόταν. Ο συνδυασμός της ικανότητας αντίληψης και των προσδοκιών είναι σημαντικός σε αυτή τη θέση, ένα τέλειο παράδειγμα του πώς μια μελέτη που χρησιμοποιεί την ψυχοακουστική μπορεί να βοηθήσει στην περιγραφή των λεπτομερειών μιας κατά τα άλλα αδιαμφισβήτητης φαινομενολογικής παρατήρησης», εξηγεί η Π. Τζόρνταν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Άραγε μπορεί η ψυχοακουστική να εφαρμοστεί και σε περιοχές λιγότερο ήσυχες, όπως για παράδειγμα ένας χώρος μέσα σε μια πολύβουη πόλη; «Ο ήχος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο έρευνας σε πολλές τοποθεσίες -ούτε οι ψυχοακουστικές ούτε οι αρχαιοακουστικές μελέτες απαιτούν σιωπή για να είναι αποτελεσματικές. Απλώς, σε ένα περιβάλλον όπως μια πολυσύχναστη πόλη, η μεθοδολογία θα πρέπει να αλλάξει για να κατανοηθούν ο ρόλος του ήχου και ο τρόπος που θα χρησιμοποιηθούν οι μετρήσεις για να έχουν νόημα. Πρόθυμα μαντεύω ότι οι περισσότερες έρευνες ψυχοακουστικής, στην πραγματικότητα, διεξάγονται στις σύγχρονες πόλεις όπου διερευνούνται οι τρόποι με τους οποίους ανταποκρινόμαστε στις αστικές συνθήκες διαβίωσης, ώστε αυτές να βελτιωθούν στο μέλλον. Ωστόσο, όλες οι πόλεις έχουν ιστορία -είναι ιστορικές κατά κάποιον τρόπο- και αν ένας χώρος δεν είναι αρχαιολογικός σήμερα, πολύ πιθανόν να θεωρηθεί ως τέτοιος στο μέλλον. Συνεπώς δεν βρίσκω πολλούς περιορισμούς για τον ερευνητή που θέλει να μελετήσει συνθήκες και τρόπους ζωής του παρελθόντος μέσω του ήχου», σημειώνει.

Στην αρχαιότητα, τα αρχαία θέατρα επιλέγονταν να γίνουν συνήθως σε μέρη με καλή ακουστική. Άραγε μπορούμε να πούμε κάτι αντίστοιχο και για άλλες κατασκευές, όπως τα ιερά και τα στάδια; «Έχω μελετήσει με κάθε ηχητική λεπτομέρεια ένα ιερό, επομένως δεν είμαι σε θέση να πω αν στάδια ή ιερά επιλέγονταν λόγω των φυσικών ακουστικών ιδιοτήτων τους. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι τα ιερά συνδέονταν συχνά με ειδικά φυσικά στοιχεία ή ιδιότητες. Θεωρώ ότι ακουστικές ιδιότητες -όπως μια καθαρή ηχώ ή η ικανότητα ακρόασης από μια μακρινή τοποθεσία- μπορεί να διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στο να χαρακτηριστεί ένας τόπος ιδιαίτερος, ένας χώρος ‘συνάντησης’ με έναν θεό, που στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ιερό. Θα ήταν όμως υπερβολικό να πούμε ότι μια ιερή τοποθεσία επιλέχθηκε αποκλειστικά με βάση την ακουστική, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία ότι τα στάδια σχεδιάστηκαν με γνώμονα τον ήχο», απαντά στην ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ η Π. Τζόρνταν, που κλείνοντας θέλησε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της στους κατοίκους των Άνω Καρυών, του Καστανοχωρίου, της Νέδας και της ευρύτερης κοινότητας του Λυκαίου Όρους:

«Μου άνοιξαν το σπίτι τους όλα αυτά τα χρόνια. Από πολλές απόψεις έμαθα να ακούω εκεί. Ελπίζω να έρθουν κι άλλοι και να ακούσουν αυτήν την ιστορία και τους ανθρώπους που την διαφυλάττουν», καταλήγει.

ΑΠΕ

Back to top button