Ελλάδα

Σινεμά: Βιογραφίες, «παραξενιές» και ο Ποπάι ο Φονιάς

Η κατρακύλα των εισιτηρίων στις αίθουσες όλης της χώρας συνεχίζεται και πλήθος ταινιών- κυρίως φεστιβαλικών και ελληνικών, όπως έρχονται έτσι και εξαφανίζονται, πέρα από το ενδιαφέρον τους ή την αξία τους. Χωρίς κανέναν σχεδιασμό από τα γραφεία διανομής ή τους αιθουσάρχες, το κοινό γυρίζει την πλάτη στα σινεμά, που αν δεν υπήρχε και η επιεικώς αδιάφορη δυναμική περιπέτεια «Ένας Απλός Άνθρωπος» με τον Τζέισον Στέιθαμ, η μοναδική ταινία που έπιασε τις 20.000 εισιτήρια, θα είχαν παραμείνει άδεια την προηγούμενη εβδομάδα. Οι ταινίες, που κάνουν πρεμιέρα απόψε, δύσκολα θα ανατρέψουν την κατάσταση, καθώς ούτε τα ενδιαφέροντα βιογραφικά δράματα «Niki» της Σελίν Σαλέτ και «Saint-Ex» του Πάμπλο Αγουέρο, με τους Λουί Γκαρέλ και Βενσάν Κασέλ, δείχνουν ικανά να γεμίσουν τις αίθουσες.

Niki

(“Niki”) Βιογραφικό δράμα, γαλλικής παραγωγής του 2024, σε σκηνοθεσία Σελίν Σαλέτ, με τους Σαρλότ Λε Μπον, Τζον Ρόμπινσον, Νταμιέν Μπονάρ, Ζουντίθ Σεμλά, Αλέν Φρομαζέ, Βιρζίλ Μπραμλί, Κεντάν Ντολμέρ κα.

Ακόμη ένα βιογραφικό δράμα, αυτή τη φορά διαφορετικό από τα συνήθη, καθώς η πολυσχιδής ηθοποιός Σελίν Σαλέτ, περνά για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα και σκηνοθετεί δυναμικά και διεισδυτικά τη ζωή της εικαστικού – και άλλα πολλά – Νίκι ντε Σεν Φαλ. Μίας καλλιτέχνιδας, βασανισμένης στην προσωπική της ζωή, καθώς έπεσε θύμα κακοποίησης των αντρών, πέρασε από ψυχιατρεία, βάναυσες θεραπείες και κατάφερε να σταθεί στα πόδια της, να απελευθερωθεί από τους προσωπικούς της εφιάλτες, μέσω της τέχνης της.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ Καννών και στο Τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, μέσα από εκτεταμένα φλας μπακ, φωτίζει τη δύσκολη ζωή της Νίκι ντε Σεν Φαλ, μιας πρωτοποριακής εικαστικού, που πυροβολούσε τα… έργα της, για να απελευθερωθούν τα χρώματα και το πιθανότερο η βαθιά τραυματισμένη ψυχή της.

Παρίσι, 1952. Μια νεαρή γυναίκα, η Νίκι, έχει μόλις μετακομίσει από τις ΗΠΑ μαζί με τον σύζυγο και την κόρη της. Παρά τη νέα αυτή απόσταση από μια οικογένεια και μια χώρα που την έπνιγαν, συνεχίζουν να εισβάλλουν στις σκέψεις της ανατριχιαστικά φλασμπάκ από την παιδική της ηλικία. Από την κόλαση που πρόκειται να ανακαλύψει, η Νίκι θα βρει στην τέχνη της ένα όπλο για να καταφέρει να απελευθερωθεί, να κάνει κάτι μεγάλο στη ζωή της, με την τέχνη της και την προσωπικότητά της.

Η Νίκι, πρώην μοντέλο που κάνει εξώφυλλα σε περιοδικά όπως το Life και τη Vogue, θα επιβιώσει προτού τελικά αναγεννηθεί – αυτή τη φορά ως Νίκι ντε Σεν Φαλ: μια από τις πιο πολυσχιδείς καλλιτέχνιδες του 20ού αιώνα, της οποίας η πρακτική διαπνέεται από πρωτόγνωρη βία, τρυφερότητα, όραμα και πάθος, ενώ εκφράζεται μέσα από μια ευρεία γκάμα μέσων (ζωγραφική, γλυπτική, παραστατική τέχνη και κινηματογράφος).

Η Νίκι, κόρη ενός Γάλλου αριστοκράτη τραπεζίτη και μιας Αμερικανίδας, θα πέσει θύμα βιασμού – παιδί ακόμη – από τον ίδιο τον πατέρα της, κάτι που, όπως ήταν αναμενόμενο, τη σημάδεψε καθοριστικά. Τη δεκαετία του ’50 θα κλειστεί, από τον ίδιο τον άντρα της, σε ίδρυμα, όπου θα λάβει θεραπείες με ηλεκτροσόκ, για την κατάθλιψη της, ενώ και ο εραστής της, στη συνέχεια θα την ξυλοφορτώσει, επιδεινώνοντας την ψυχολογική της κατάσταση.

Όμως, θα καταφέρει να επουλώσει τις πληγές της, να βρει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια της και σε αυτό θα τη βοηθήσει η τέχνη της και η εσωτερική δύναμη που θα βρει όταν ανακτήσει τον εαυτό της, βρει την αυτοπεποίθησή της, καταλάβει ότι η ζωή δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από τους άντρες.

Το φιλμ της Σαλέτ έχει ομολογουμένως το ενδιαφέρον της, τον απαραίτητο δυναμισμό, τη γυναικεία ματιά και μια καλή πρωταγωνίστρια, την Σαρλότ Λε Μπον, αλλά και ορισμένες αστοχίες, όπως την έλλειψη των βασικών αρχών της κινηματογραφικής αφήγησης και κάποιων αδυναμιών του σεναρίου, που έρχονται να καλύψουν κάποιες γεμάτες στόμφο ατάκες.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μια νεαρή γυναίκα, που έχει περάσει πολλά στην παιδική της ηλικία αλλά και στη νεότητά της, θα βρει τη δύναμη να ξεφύγει από τους δαίμονές της, όταν θα βρει στην τέχνη της το όπλο για να απελευθερωθεί.

Saint-Ex

(“Saint-Exupéry”) Βιογραφική περιπέτεια, γαλλικής παραγωγής του 2024, σε σκηνοθεσία Πάμπλο Αγουέρο, με τους Λουί Γκαρέλ, Βενσάν Κασέλ, Νταϊάν Κρούγκερ, Μπενουά Μαζιμέλ, Ντανιέλ Μελιγκό κα.

Μεγαλωμένος σε μια πόλη κάτω από τις Άνδεις, ο μικρός Πάμπλο Αγουέρο είχε μόνο ένα βιβλίο στο προσκεφάλι του, τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί. Τώρα, αναγνωρισμένος σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να αποτίσει φόρο τιμής στον ποιητή, συγγραφέα και τολμηρό αεροπόρο που τον έκανε να ονειρευτεί και μάλιστα επιστρέφοντας στη γενέτειρά του, την Αργεντινή, όπου διαδραματίζεται και η θεαματική ιστορία του.

Ο Αργεντινός σκηνοθέτης, αφήνοντας κατά μέρος μια βιογραφία για τον Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, θα επικεντρωθεί σε ένα κομμάτι της ζωής του και του φίλου του και θρυλικού πιλότου Ανρί Γκιγιομέ, σκαρώνοντας μία ωδή στην ανθεκτικότητα, το θάρρος και την ομορφιά του κόσμου.

Ο Αγουέρο («Η Εβίτα Δεν Κοιμάται Πια Εδώ») επιλέγει μία φόρμα θεαματικής περιπέτειας, απ’ αυτές που συνεπαίρνουν τους λάτρεις των υπέροχων τοπίων, της γενναιότητας και της φιλίας, διανθίζοντάς την με το παραμύθι και την ποίηση.

Ο Αντουάν Σεντ-Εξιπερί, ένας άνθρωπος με ελεύθερο πνεύμα, είναι πιλότος της γαλλικής αεροπορικής υπηρεσίας, που πετά δίπλα στον θρυλικό αεροπόρο Ανρί Γκιγιομέ. Όταν το μέλλον της διαδρομής τους απειλείται από πιο αποτελεσματικά μέσα μεταφοράς, ο Σεντ-Εξιπερί και ο καλύτερος φίλος του αποφασίζουν να αναζητήσουν επικίνδυνες συντομεύσεις μέσα από τα βουνά. Αλλά κατά τη διάρκεια ενός μοιραίου ταξιδιού, ο Γκιγιομέ εξαφανίζεται στις Άνδεις. Με τη βοήθεια της συζύγου του Γκιγιομέ, Νοέλ, και οδηγούμενος από την ελπίδα και την ακλόνητη αποφασιστικότητά του, ο Σεντ-Εξιπερί ξεκινά μια επικίνδυνη αναζήτηση για να βρει τον χαμένο του φίλο. Στην πορεία, όμως, ανακαλύπτει ότι η απίστευτη φαντασία του μπορεί να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του.

Η ταινία ξεκινά στον αέρα, κατά τη διάρκεια μίας ταραγμένης πτήσης, όπου οι πιλότοι δοκιμάζουν τα όρια του αεροπλάνου τους και ο σκηνοθέτης μας καλεί να γίνουμε μάρτυρες μιας αληθινής χορογραφίας στο πιλοτήριο, λουσμένης σε ένα σουρεαλιστικό φως, φέρνοντάς μας πιο κοντά στο τολμηρό πνεύμα των πιλότων και το τολμηρό κατόρθωμά τους.

Η πλοκή πυκνώνει και ανεβαίνει η θερμοκρασία όταν ο Γκιγιομέ εξαφανίζεται στις Άνδεις και η τύχη του παραμένει ένα αίνιγμα σε όλη την ταινία. Αυτή η αναζήτηση, πραγματική πρόκληση ενάντια στον χρόνο και τη φύση, θα αναδείξει και τη σημασία της φιλίας και της αυτοθυσίας,

Η σκηνοθεσία του Πάμπλο Αγουέρο, επικεντρώνεται στα μεγαλοπρεπή τοπία των Άνδεων, τις αμμοθύελλες, τις αχανείς εκτάσεις, τον ουρανό και τη θάλασσα, ενώ τα ειδικά εφέ τονίζουν την ονειρική διάσταση της ταινίας, ιδίως με τις σκηνές όπου ο Σεντ Εξιπερί διασχίζει καταιγίδες ή συναντά υποβλητικά σύμβολα, που θυμίζουν τη φαντασία του «Μικρού Πρίγκιπα».

Το σάουντρακ, ενισχύει την ονειρική ατμόσφαιρα, τονίζοντας ταυτόχρονα τη συνεχή δραματική περιπετειώδη ένταση, ενώ συμβάλλει και στην υπογράμμιση της συμβολικής πλευράς της ιστορίας, στολίζοντάς την με μια σχεδόν μυστικιστική έμφαση σε ορισμένα σημεία.

Ωστόσο, η ταινία, που πραγματεύεται και κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, έχει και κάποιες χτυπητές αδυναμίες, από την αποσπασματικότητά της, την υπερβολική λατρεία για τους ήρωες, τις αναίτιες συναισθηματικές αναταράξεις και ορισμένες άστοχες ποιητικές παρεμβολές, μέχρι την ανυπαρξία χημείας μεταξύ των ηθοποιών, χωρίς ποτέ να εντάσσονται στο πνεύμα της.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Όταν ο θρυλικός πιλότος Ανρί Γκιγιομέ εξαφανίζεται με το αεροπλάνο του στις Άνδεις, ο φίλος του Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, παρά τους κινδύνους θα προσπαθήσει να τον ανακαλύψει, σε μια επικίνδυνη αποστολή.

Όλο το Σόι

(“Riff Raff”) Κωμωδία, αμερικάνικης παραγωγής του 2024, σε σκηνοθεσία Ντίτο Μοντιέλ, με τους Εντ Χάρις, Τζένιφερ Κούλιτζ, Γκαμπριέλ Γιούνιον, Λούις Πούλμαν, Πιτ Ντέιβιντσον, Μπιλ Μάρεϊ, Μάιλς Χάρβεϊ κα.

Αδέξιος αν μη τι άλλο συνδυασμός μαύρης κωμωδίας και ταινία εγκλήματος, από τον συγγραφέα, μουσικό και σκηνοθέτη Ντίτο Μοντιέλ, παρά την παρουσία του ευπρόσωπου καστ, του οποίου ηγούνται οι Εντ Χάρις, Τζένιφερ Κούλιτζ, Μπιλ Μάρεϊ και Λούις Πούλμαν.

Ο Μοντιέλ, έχοντας μπροστά του ένα στόρι, που θυμίζει τον σκελετό ενός απορριφθέντος σεναρίου από τον Ταραντίνο, επιχειρεί με τους λάθος τρόπους να τραβήξει το ενδιαφέρον. Υπερβολικοί έως ακραία ψεύτικοι οι κινηματογραφικοί χαρακτήρες, έρχονται και δένουν με υπερβολικές επιεικώς καταστάσεις, τις οποίες ο σκηνοθέτης προσπαθώντας να τους δώσει μια αληθοφάνεια, χειροτερεύει ακόμη περισσότερο το αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, χάνει και τον έλεγχο στις ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, καθώς ο καθένας ξεχωριστός ηθοποιός, μεταφέρει στο φιλμ την κινηματογραφική του περσόνα, με την οποία καθιερώθηκε. Ο Εντ Χάρις, πιο μετρημένος, αλλά πάντα ο σκληρός πατριάρχης, που κρύβει θανάσιμα μυστικά, η Τζένιφερ Κούλιτζ, η γερασμένη χαρά των πάρτι, ο Μπιλ Μάρεϊ, ο μπλαζέ κακός, που δεν μπορείς να τον πιάσεις από πουθενά, ο Πιτ Ντέιβιντσον είναι το πειθήνιο φρικιό που σκοτώνει…

Ο Βίνσεντ είναι ένας διαβόητος πρώην εγκληματίας, που έχει θάψει το σκοτεινό παρελθόν του, ζει μια φυσιολογική ζωή, με τη νέα σύζυγό του και τον γιο της τον DJ. Περνώντας τις χειμερινές διακοπές τους και περιμένοντας τα Χριστούγεννα, στο ειδυλλιακό εξοχικό τους στο βουνό, θα δεχθούν μια απρόσμενη επίσκεψη. Αυτή του αποκηρυγμένου γιου του Ρόκο και της φίλης του που κυοφορεί το παιδί του, καθώς και της πρώην συζύγου του Βίνσεντ Ρουθ, μίας αλκοολικής και ανεύθυνης γυναίκας. Το γιορτινό ήρεμο κλίμα αλλάζει, οι εντάσεις επιστρέφουν στη ζωή του Βίνσεντ, ενώ δεν γνωρίζει ότι στο κατόπι τους βρίσκεται και ο φοβερός μαφιόζος Λέφτι και ο εκτελεστής του Λόνι, για ένα λόγο, που έχει σχέση με τον Ρόκο.

Αν και στον πυρήνα της ιστορίας κρύβονται τα σκοτεινά μυστικά κάθε οικογένειας, που εμφανίζεται ευτυχισμένη και πρότυπο οικογενείας και αυτά φανερώνονται σε μία χαρμόσυνη εποχή, σε αντιδιαστολή με την πραγματική υπόσταση των χαρακτήρων, ο Μοντιέλ δεν καταφέρνει ποτέ να κάνει πειστικούς τους χαρακτήρες του, ενώ καθυστερεί να αποκαλύψει και να δώσει απαντήσεις γιατί συμβαίνουν όλα αυτά, με κάποιες χύμα αναδρομές.

Το χαοτικό και τετριμμένο σενάριο είναι μία δικαιολογία για τον Μοντιέλ, αλλά όχι και η αντιμετώπισή του, καθώς είναι φανερό ότι από πολύ νωρίς αφήνει στον αυτόματο πιλότο την εξέλιξη της αδιάφορης ταινίας, που σημειωτέων βγάζει και ελάχιστο γέλιο.

Ακόμη και το φινάλε, που θα μπορούσε να κάνει δώσει κάποιους πόντους στο φιλμ, δείχνει αδύναμο και σχετικά αμήχανο, ολοκληρώνοντας αυτό το κινηματογραφικό συνονθύλευμα.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Όταν ο Βίνσεντ, με την οικογένειά του, δέχεται στο ειδυλλιακό εξοχικό του, την απρόσμενη επίσκεψη του αποκηρυγμένου γιου του, της κοπέλας του και της πρώην συζύγου, θα ξυπνήσει το σκοτεινό παρελθόν του, ενώ ο διάσημος μαφιόζος Λέφτι και ο εκτελεστής του προετοιμάζονται να πάρουν τη δική τους εκδίκηση.

Ψυχάκιας

(“Borderline”) Θρίλερ, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Τζίμι Γουόρντεν, με τους Σαμάρα Γουίβινγκ, Ρέι Νίκολσον, Τζίμι Φέιλς, Αλμπά Μπαπτίστα, Ερικ Ντέιν, Πάτρικ Κοξ κα.

Ο ελληνικός τίτλος πολύ πιο ακριβής απ’ τον πρωτότυπο, για την ταινία του Τζίμι Γουόρντεν, σεναριογράφου του «Cocaine Bear» που είδαμε πριν δυο χρόνια, καθώς έχει να κάνει με έναν «ψυχάκια», άρρωστα ερωτευμένο με μία ποπ σταρ, που εισβάλλει στη ζωή της, για να ικανοποιήσει τη θανατηφόρα τρέλα του.

Ο Τζίμι Γουόρντεν, έχοντας ως πρωταγωνίστρια τη σύζυγό του, ανερχόμενη ηθοποιό, Σαμάρα Γουίβινγκ, με την ταινία του νομίζεις ότι της στέλνει ένα δηλητηριώδες γράμμα, για την άνοδό της στο στερέωμα του θεάματος. Αντί όμως να κάνει μια καυστική κριτική που αφορά τους ανθρώπους του θεάματος, την προσωπική τους ζωή σε κοινή θέα και σε κάθε «καταναλωτή» της σόου μπιζ και την επιρροή που έχει αυτή στο ευρύ κοινό, αλλά και σε όλους αυτούς που κάνουν εμπόριο τη ζωή των «σταρ», θα πέσει ένας άτυπος «κόφτης» και ο σκηνοθέτης και σύζυγος θα εστιάσει κυρίως στον ψυχάκια, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο τη διακωμώδηση του συστήματος και των τεχνικών προώθησης «ειδώλων».

Ένας επικίνδυνος νέος, που έχει διαφύγει από το ψυχιατρείο, ένας επίμονος «στοκέρ» εισβάλλει στην πολυτελή κατοικία μιας ποπ σταρ, της Σοφίας, με μεγαλεπήβολες φαντασιώσεις γάμου. Δίχως να καταλαβαίνει την άρνησή της σε κάθε πρότασή του, θα γίνει πιο επικίνδυνος και βασανιστικός με το είδωλό του. Η Σοφία θα πρέπει να βρει τρόπο να δραπετεύσει πριν εκείνος την παγιδεύσει στην τρελή του φαντασίωση, που μπορεί να φτάσει στα άκρα. Έτσι, η Σοφία θα επιδωθεί σε μία αγωνιώδη κούρσα επιβίωσης έχοντας απέναντί της έναν «παρανοϊκό» γαμπρό.

Το φιλμ, που προσπαθεί να συνδυάσει τη μαύρη κωμωδία με το θρίλερ και την γνώριμη ιστορία τρελαμένου που εισβάλει σε σπίτι με το horror, σπαταλά αρκετό χρόνο στον αρχικό μονόλογο του «ψυχάκια», αλλά έχει ορισμένες ξεκαρδιστικές στιγμές και όσο περνά ο χρόνος ανεβαίνει και η ένταση της αγωνίας, χωρίς, ωστόσο, να ξεφεύγει ιδιαίτερα από τα συνηθισμένα του είδους.

Η ταινία βασίζεται εν πολλοίς στον πάντα χαμογελαστό «ψυχάκια» – Ρέι Νίκολσον, που είναι διαρκώς ντυμένος με ένα φαρδύ σμόκιν και κρύβει κάτω από το παράταιρο μουστάκι του έναν παραληρηματικό λόγο και που μπορεί με ένα νεύμα να δείξει την απειλητική του τρέλα, ενώ η Γουίβινγκ, θα ήθελε ίσως περισσότερο χώρο και χρόνο, για να μας πείσει ότι πίσω από την παιχνιδιάρικη ερμηνεία της, κρύβεται το κορίτσι που θα έρθει στο τέλος κατάφατσα με τον παρανοϊκό δολοφόνο.

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ένας επικίνδυνος και επίμονος στόκερ εισβάλλει στην πολυτελή κατοικία μιας ποπ σταρ. Με τη ζωή της να κινδυνεύει, η Σοφία πρέπει να δραπετεύσει πριν εκείνος την παγιδεύσει στο τρελό του όνειρο.

Ποπάι ο Φονιάς

(“Popeye: The Slayer Man”) Ταινία τρόμου, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Μάικλ Ράιαν, με τους Σον Μάικλ Κόνγουεϊ, Έλενα Τζουλιάνο, Τζέισον Ρόμπερτ Στέφενς κα.

Προφανώς, κάποιοι θα σκέφτηκαν ότι και μόνο ο τίτλος, «Ποπάι ο Φονιάς», θα τραβήξει την περιέργεια των φαν του παιδικού ήρωα και των φανατικών των ταινιών τρόμου. Γιατί πραγματικά αυτή η σλάσερ b-movie, που γυρίστηκε στο πόδι, παίζουν κάποιοι που λες και τους μάζεψαν από κάποιοι ριάλιτι και ακολουθεί όλα τα χιλιοφορεμένα κλισέ του είδους, με τον λάθος τρόπο, είναι πραγματικά ανεκδιήγητη.

Μια ταινία που αντί να προκαλεί τον τρόμο, προκαλεί το γέλιο και που η προχειρότητά της σε όλα τα επίπεδα – σκηνοθεσία, σκηνογραφία, εφέ, σενάριο – σε αφήνει έκπληκτο.

Μια παρέα περίεργων νεαρών μπαίνει κρυφά σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο κονσερβοποιίας σπανακιού για να ερευνήσει τον θρύλο του «Ναυτικού», που λέγεται ότι στοιχειώνει το εργοστάσιο και τις τοπικές αποβάθρες, για να βρεθεί αντιμέτωπο με τον φονιά Ποπάι.

Η μεταφορά ενός ακόμα παιδικού ήρωα σε ταινία τρόμου, παρά το πλήθος κακών ταινιών που έχουμε δει ως τώρα, φαίνεται ότι έχει πάντα και παρακάτω. Το προσχηματικό στόρι γελοίο, οι γραφικότητες αμέτρητες, όπως και οι αστείοι «φρικτοί», τρόπος του λέγειν, φόνοι, με τα κεφάλια που συνθλίβονται και μοιάζουν με καρπούζια που σκάνε – μόνο τα κουκούτσια δεν βλέπουμε…

Πραγματικά μια ταινία που παίρνει το βραβείο της χειρότερης ταινίας των τελευταίων χρόνων, αν και οι παραγωγοί της δεν θα διεκδικούσαν κάτι καλύτερο, ενώ το μοναδικό αστείο της υπόθεσης βρίσκεται στο μεταλλαγμένο σπανάκι που έκανε το αγαπημένο ναυτάκι φονιά…

ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μια ομάδα περίεργων φίλων μπαίνει κρυφά σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο κονσερβοποιίας σπανακιού για να ερευνήσει τον θρύλο του «Ναυτικού», που λέγεται ότι στοιχειώνει το εργοστάσιο.

Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:

Μαλδίβες

Ελληνικό ψυχολογικό δράμα, από τον Ντάνιελ Μπόλντα, ο οποίος στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, δείχνει δείγματα του ταλέντου του, αλλά και τις γνώριμες παθογένειες του ελληνικού σινεμά, καθώς στα μισά αρχίζει να τον εγκαταλείπει το σενάριο και να χάνει τον δρόμο του στο δάσος.

Σε σκοτεινό ασπρόμαυρο, ο Μπόλντα περιγράφει το αδιέξοδο του ήρωά του, ενός ορεσίβιου που ονειρεύεται καλοκαιρινές παραλίες, ήλιο και αντηλιακά και νιώθει εγκλωβισμένος σε ένα χωριό, όπου διδάσκει μουσική στο σχολείο και κάνει παρέα μόνο με κυνηγούς και τη σκύλα του.

Στο πρώτο μέρος ο Μπόλντα δημιουργεί εικόνες μαγείας και αναδεικνύει το υπαρξιακό αδιέξοδο, τη δύναμη της φύσης και της μοναξιάς, ενώ στο δεύτερο, η ταινία χάνει τον προορισμό της, με υπερβατικούς συμβολισμούς που οδηγούν τελικά στη φαντασίωση και στις Μαλδίβες.

Πρωταγωνιστεί ικανοποιητικά ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, ενώ η υποβλητική φωτογραφία είναι του Έβαν Μαραγκουδάκη και η μουσική του Γιάννη Βελσεμέ.

Μια Ταινία Minecraft

(«Α Minecraft Movie») Αυτό το νέο φρούτο στο Χόλιγουντ, με τη μεταφορά video games στη μεγάλη οθόνη, δείχνει ανεξάντλητο. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με το διάσημο παιχνίδι Minecraft, στο οποίο τηλεμεταφέρονται μέσω μίας μαγικής πύλης τέσσερις άνθρωποι και για να επιστρέψουν στον κανονικό κόσμο, πρέπει να καταλάβουν τους κανόνες του παιχνιδιού. Συνδυασμός ζωντανής δράσης και ψηφιακού animation, με πρωταγωνιστές τους Τζέισον Μομόα και Τζακ Μπλακ.

Εδώ μιλάνε για Λατρεία

Ελληνικό μουσικό ντοκιμαντέρ (2025), του Βύρωνα Κριτζά, για μια μπάντα από την Κέρκυρα, που έγινε γνωστή σε όλη την Ελλάδα, εισπράττοντας θαυμασμό αλλά και χλευασμό. Την ιστορία των Κόρε. Ύδρο, που απασχόλησαν όσο λίγες μπάντες την ελληνική indie ποπ/ροκ σκηνή. Το ντοκιμαντέρ ακολουθεί την πορεία της μπάντας και εστιάζει στα δυο βασικά της μέλη, αλλά και στη σημασία τού να είναι κανείς ιδιαίτερος χωρίς να ντρέπεται γι’ αυτό.

Janin Jenin

Τα δύο απαγορευμένα και αποκαλυπτικά ντοκιμαντέρ του Μοχάμαντ Μπακρί «Jenin Jenin» και «Janin Janin» προβάλλονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε ενιαία προβολή. Το πρώτο φιλμ του Παλαιστίνιου σκηνοθέτη «Jenin, Jenin», γυρισμένο πριν 22 χρόνια και στον απόηχο της δεύτερης Ιντιφάντα, αποτυπώνει τις κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων από τον ισραηλινό στρατό στην Τζενίν, ενώ στο δεύτερο, που ολοκληρώθηκε πέρσι, παρουσιάζονται συνεντεύξεις κατοίκων μέσα στα χαλάσματα του προσφυγικού καταυλισμού.

Χάρης Αναγνωστάκης/απε

Back to top button