Τζ. Ντ. Σάλιντζερ: «Θα ήμουνα στα στάχια ο πιάστης…»

Ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ έχει ταυτιστεί στο μυαλό των αναγνωστών με το βιβλίο «Ο Φύλακας στη Σίκαλη». Η μεγάλη επιτυχία του βιβλίου του, που κυκλοφόρησε στις 16 Ιουλίου του 1951, επέτεινε την φυσική του συστολή και τη διάθεση απομονώσης που τον διέκρινε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Στο καταφύγιό του στο Κόρνις του Νιου Χάμσαϊρ, στο οποίο κατοικούσε τη δεκαετία του ’50, έγραφε συστηματικά, τρομαγμένος από τη δημοσιότητα που πήρε η έκδοση του «Φύλακα».

Όσες προσπάθειες έγιναν στα επόμενα χρόνια κάποιος να δημοσιοποιήσει κάτι γύρω από τον Σάλιντζερ, δεχόταν πολύ γρήγορα τηλεφώνημα από τους δικηγόρους του – ακόμα κι όταν αυτό το πρόσωπο ήταν δικός του άνθρωπος.

Η πρώτη έκδοση του έργου στην ελληνική γλώσσα κυκλοφόρησε το 1977 από τον Επίκουρο του Γιώργου Βαμβαλή με τον παράξενο τίτλο «Ο φύλακας στη σίκαλη». Μεταφράστριά του ήταν η 28χρονη τότε Τζένη Μαστοράκη. Πρόκειται για μία από τις πιο όμορφες ιστορίες ενηλικίωσης που έχουν γραφτεί ποτέ.

Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Θα σε σκοτώσει ο μπαμπάς» μου λέει. «Θα σε σκοτώσει».

Εγώ, ούτε που την πρόσεχα όμως. Άλλο σκεφτόμουνα εγώ –μια τρέλα. «Ξέρεις τι διάολο θα ’θελα να γίνω; Λέω, ας πούμε, άμα ήτανε στο χέρι μου;»

«Τι; Μη λες παλιόλογα».

«Ξέρεις ένα τραγούδι που λέει όταν κορμί πιάνει κορμί, στη σίκαλη, στα στάχια; Ε, θα’θελα-»

«Όταν κορμί σμίγει κορμί, στη σίκαλη, στα στάχια» μου λέει η δικιά μου. «Ποίημα είναι. Του Ρόμπερτ Μπερνς».

«Το ξέρω πως είναι ποίημα του Ρόμπερτ Μπερνς».

Αλλά είχε δίκιο. Έτσι λέει. Όταν κορμί σμίγει κορμί, στη σίκαλη, στα στάχια. Μόνο που τότε δεν το’ξερα.

«Εγώ νόμιζα πως λέει όταν κορμί πιάνει κορμί»της λέω. «Αλλά τελοσπάντων, φαντάσου παιδάκια, όλο παιδάκια, που θα ’ναι σ’ ένα μεγάλο χωράφι με σίκαλη και θα παίζουνε ξερωγωκάτι, ένα παιχνίδι. Μιλάμε, χιλιάδες παιδάκια, όλο παιδάκια, κι εκεί γύρω να μην είναι κανείς –κανένας μεγάλος, λέω δηλαδή- μονάχα εγώ.

Κι εγώ θα στέκομαι άκρη άκρη σ’ ένα ξεκούδουνο γκρεμό. Και η δουλειά μου εμένα θα ’ναι να τα πιάνω εκεί που θα κοντεύουνε να πέσουνε στον γκρεμό –λέω, ας πούμε, εκεί που τρέχουνε και που δε βλέπουνε πού πάνε, εγώ θα πρέπει να πετιέμαι από κάπου και να τα πιάνω. Μόνο αυτό θα ’κανα όλη μέρα. Θα ’μουνα ξερω γώ στη σίκαλη, στα στάχια, ο πιάστης. Τελείως παράνοια είναι, και το ξέρω, αλλά μόνο αυτό θα ’θελα εγώ στο βάθος βάθος. Το ξέρω που είναι παράνοια».

Η δικιά μου έκανε ώρα να μιλήσει. Κι ύστερα, όταν μίλησε, είπε μόνο, «Ο μπαμπάς θα σε σκοτώσει».

«Σκασίλα μου κι αν με σκοτώσει» της λέω.

koutipandoras.gr

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.