Περί Αγίας Σοφίας και εθνικής αυτοαντίληψης (του Γρηγόρη Στεφάνου)

Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις στον ηλεκτρονικό μεγάκοσμο και τον φεϊσμπουκικό μικρόκοσμο για το θέμα της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τζαμί στέκομαι σε δύο, κατά τη γνώμη μου, άκρως προβληματικές στάσεις: Την ενίσχυση στο συλλογικό φαντασιακό της άποψης περί αλύτρωτης βασιλεύουσας και την αδυναμία επικέντρωσης στο επίδικο ζήτημα που εγείρει η κίνηση Ερντογάν.
Παρόλο που τον διογκωμένο μεγαλοϊδεατισμό σε προηγούμενες εποχές τον πληρώσαμε πανάκριβα διαπιστώνεται ακόμη και σήμερα πως, ευάριθμες, ευτυχώς, πολιτικές ομάδες, αφιονισμένοι ποιμενάρχες , μέρος του πανεπιστημιακού συντηρητικού κατεστημένου κ.ά. συντηρούν όχι βέβαια μια ρεαλιστική επιδίωξη ,αλλά μια λαϊκή παραμυθία περί επανακατάληψης «με χρόνους με καιρούς» των ιερών τόπων του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης .
Θα επρόκειτο απλά, με πολιτικούς και ιστορικούς όρους, για φαιδρή στάση, αν πέρα από την θεολογικά καταχρηστική επίκληση των λόγων του Αγίου Παϊσίου δεν ενισχύονταν και από τους μελό αφορισμούς έγκριτων πανεπιστημιακών όπως η κ. Αρβελέρ και δεν αναπαράγονταν από μερίδα του τύπου.
Το να έχεις το επιστημονικό διαμέτρημα της κ. Αρβελέρ και να κάνεις λόγο για «δεύτερη άλωση»sic , για χριστιανικές εικόνες που δακρύζουν από την απόφαση Ερντογάν και να παραφράζεις την άποψη τούρκου δημοσιογράφου για να καταλήξεις στο «σώπασε κυρά δέσποινα…» δεν αποτελεί απλά ενστικτώδη ρομαντική αντίδραση.
Δυστυχώς, τέτοιες προσεγγίσεις τρέφουν το συλλογικό φαντασιακό με έναν ιστορικό ιδεαλισμό που παραθεωρεί μέρη της ιστορικής πραγματικότητας και της ενεστώσας εμπειρίας με αποτέλεσμα να εξάπτεται το θυμικό και να χάνεται η πολιτική ευθυκρισία .
Νομίζω πως το πράγμα δεν μπορεί να προσεγγιστεί με επιχειρήματα θρησκευτικού ή ιστορικού ελιτισμού. Οφείλουμε να θυμόμαστε πως η Αγία Σοφία αν και ορθόδοξος ναός μετατράπηκε σε καθολικό από το 1204 ως το 1261 και σε τζαμί από το 1453 ως το 1931 (1935). Οφείλουμε να θυμόμαστε πως η ενάργεια στην απόδοση της λατρείας δεν θεωρήθηκε πως εμποδίζεται από τη μετατροπή του ιερού χώρου. Ο Ελληνικός Παρθενώνας μετατράπηκε διαδοχικά, επί Ιουστινιανού και για περίπου χίλια χρόνια, (αφού υπέστη αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις) στην Παναγία την Αθηνιώτισσα, σε καθολική εκκλησία, αργότερα σε τζαμί, για να καταλήξει μνημείο. Με την ίδια ευρύχωρη προσέγγιση στη δυτική Ευρώπη οι χριστιανοί τελούν λειτουργίες σε ναούς που χρησιμοποιούνται από καθολικούς και προτεστάντες. Αφήστε που κάμποσοι χριστιανοί θεωρώντας το Ισλάμ χριστιανική αίρεση προτιμούν, παρά τις χαώδεις δογματικές διαφορές περί μίας φύσεως , τριαδικότητας κ.ά. να λατρεύεται ο θεός τους έστω και μ αυτό τον παράδοξο τρόπο παρά να νιώθουν τη ναφθαλίνη του μνημείου.
Που θέλω να καταλήξω μ όλα αυτά; Όχι βέβαια σε ένα συμπέρασμα απονευρωμένου ρεαλισμού όμοιο μ αυτό της νεοφιλελεύθερης ελίτ που θεωρεί μάταιο μικρομεγαλισμό την υπεράσπιση της εθνικής και πολιτιστικής ρίζας. Ούτε βέβαια σ έναν ασύγγνωστο ιστορικό συγκριτισμό του τύπου «έτσι γινόταν πάντα» που να αδιαφορεί για την προκλητικότατη κίνηση του Ερντογάν.
Θέλω απλά να πω πως ο μόνος τρόπος για ν αντιδράσει η χώρα και οι πολίτες της με τρόπο εθνικά ωφέλιμο είναι ν απεγκλωβιστεί από τα ερμηνευτικά σχήματα της θυμοσοφίας και του φενακισμένου μεγαλείου και να οικειωθεί το ρεαλιστικό λόγο και την καθαρή σκέψη της έγκριτης πολιτικής ανάλυσης.
Εν προκειμένω, να κατανοηθεί πως η κίνηση του Ερντογάν αποτελεί μέρος της αναθεωρητικής ατζέντας, που προωθείται με επιμονή από το 2001 με τη «θεωρία του στρατηγικού βάθους της Τουρκίας». Να κατανοηθεί επίσης πως το πολιτικό Ισλάμ με την κίνηση αυτή επιβάλει έναν προκλητικό για τη δύση πολιτιστικό αναχρονισμό, αλλά και καταδικάζει το κοσμικό κράτος της Τουρκίας σε οπισθοδρόμηση. Να γίνει αντιληπτό επιτέλους πως η πολιτική του κατευνασμού που αναπτύχθηκε από τις ελληνικές κυβερνήσεις την τελευταία εικοσαετία εκλαμβάνεται από γείτονες τέτοιας αντίληψης ως ενδοτικότητα. Να αποδιωχθεί επιτέλους η παιδαριώδης λογική περί ομόδοξων συμμάχων που παραγνωρίζει τη διαχρονική αλήθεια πως το διεθνές κοσμοσύστημα καθορίζεται από την αρχή της ισχύος. Να αναζητηθούν ακόμη οι ευθύνες της ντόπιας πολιτικής και οικονομικής ελίτ, των ευρωλάγνων εκσυγχονιστών και της διεθνιστικής αριστεράς που, κατά ένα μαγικό τρόπο, από διαφορετικούς δρόμους και για διαφορετικούς λόγους ταυτίστηκαν στο συλλογικά επιζήμιο σημείο κήρυξης του θανάτου του έθνους, της γραφικοποίησης του πατριωτισμού και της απεμπόλησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους.
Να καταδειχθεί η γύμνια των αμέριμνων δικαιωματιστών που καταπίνοντας αμάσητη την εργαλειοποίηση του θέματος της Αγίας Σοφίας από τον Ερντογάν ,όπως πριν λίγους μήνες την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού δεν βρήκαν να γράψουν ούτε δυό αράδες.
Όλως αιφνιδίως οι πιο ισορροπημένες προσεγγίσεις ήρθαν από θρησκευτικές προσωπικότητες όπως ο Αναστάσιος και ο Βαρθολομαίος. Και οι δύο τόνισαν την παραβίαση του οικουμενικού και ενωτικού χαρακτήρα του μνημείου και τον κίνδυνο θρησκευτικών εντάσεων σε αντίθεση με τα καουμποιλίκια των πολιτικών που απειλούν με αντίμετρα που δεν μπορούν, δεν τολμούν και ( έτσι που τα κατάφεραν) δεν πρέπει να επιβάλουν.
Δυστυχώς ή ευτυχώς η παρωχημένη προσέγγιση της κ. Αρβελέρ όχι μόνο δε βοηθάει , αλλά βλάπτει κιόλας καθώς μας αποπροσανατολίζει από την επικέντρωση στο ουσιώδες. Εκτός κι αν το ουσιώδες είναι η επανακατάληψη της βασιλεύουσας οπότε …
Προσωπικά επιλέγω και προτείνω τον Κονδύλη, ένα στοχαστή που ορθοτομεί την ελληνική πραγματικότητα, απομαγεύει την εθνική αυτοαντίληψη και εμβαθύνει τη συλλογική αυτογνωσία.
Κι ο λόγος για το παρελθόν ,το παρόν και το μέλλον της Αγιά Σοφιάς πρέπει να ναι πρωτίστως λόγος περί αυτογνωσίας.