“Ανθρωπόμορφες παραστάσεις της Αγίας Τριάδας στην Καστοριά” (του Αρχιμ. Αγαθάγγελου Σίσκου)

Κατά την χρονική περίοδο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου (1259-1282) και παράλληλα με το μεταφραστικό κίνημα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάπτυξη νέων αγιοτριαδικών εικονογραφικών προτύπων στη μνημειακή ζωγραφική, ιδιαίτερα ασυνήθιστων και σπάνιων παραστάσεων μέχρι και τον 11ο αιώνα.
Ενδεικτικά παραδείγματα εντοπίζονται στην ευρύτερη περιοχή της αρχιεπισκοπής Αχριδών, που βρισκόταν στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής. Στην επαρχία της Καστοριάς, η οποία αποτέλεσε πρωτόθρονη επισκοπή της, μοναδικές τυγχάνουν οι ανθρωπόμορφες παραστάσεις της Αγίας Τριάδας, αφενός μεν του Αγίου Γεωργίου Ομορφοκκλησιάς, που ανάγεται στο β΄ μισό του 13ου αιώνα, αφετέρου δε της Παναγίας Κουμπελίδικης στη βυζαντινή ακρόπολη της Καστοριάς, αναγόμενη μεταξύ των ετών 1260-1280.


Αξίζει εκ των προτέρων να σημειωθεί ότι, αμφότερες συνιστούν σαφείς απεικονίσεις της οικονομικής και όχι της αΐδιας Αγίας Τριάδας, η οποία ιστορείται όπως αποκαλύφθηκε στην ιστορία της Θείας Οικονομίας. Δηλαδή ο Πατήρ ως Παλαιός των Ημερών, ο Υιός και Λόγος του Θεού ως Σαρκωμένος και το Άγιο Πνεύμα εν είδει περιστεράς, παραπέμποντας θεολογικά στη μοναρχία του Πατρός, ο οποίος γεννά αχρόνως τον ομοούσιο Υιό και εκπορεύει αϊδίως το Άγιο Πνεύμα.


Η περίπτωση μάλιστα της Παναγίας Κουμπελίδικης ευδιάκριτα παραπέμπει σε εισήγηση ενός “ορθόδοξου filioque”, δηλαδή της οικονομικής προόδου του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, το οποίο σύμφωνα με την φράση του Παλαμά «προχεῖται ἐκ τοῦ πατρὸς διὰ τοῦ ὑιοῦ, εἰ δὲ βούλει καὶ ἐκ τοῦ υἱοῦ», στο πλαίσιο της διττής κίνησης και προόδου του Αγίου Πνεύματος. Μολονότι η άποψη αυτή, αποτελεί προφανώς απάντηση του Παλαμά στη μεσαιωνική και σχολαστική διδασκαλία του filioque, που αναπαρήχθη από τους λατινόφιλους της Ανατολής, μέσω μίας ερμηνευτικής προσέγγισης του “αυγουστίνειου filioque”, όπως αυτή διατυπώθηκε στο De Trinitate.
Αν και δεν είναι δυνατή έως σήμερα η απόδειξη της ύπαρξης ανάλογων εικονογραφικών προτύπων στην Κωνσταντινούπολη, από όπου πιθανώς το πρότυπο αυτό εκπορεύονταν, με αφορμή την κυκλοφορία του Περὶ Τριάδος το 1282, στο πλαίσιο της ασκηθείσας ενωτικής θρησκευτικής πολιτικής του αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου.
Δεδομένου ότι, εν προκειμένω η ζωγραφική θεολογεί και η Καστοριά συνδέθηκε βαθύτατα με τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο, πιστεύουμε πως δύναται να συνδεθεί χρονολογικά με την άσκηση της ενωτικής θρησκευτικής πολιτικής του, με αφετηρία την ανάθεση της ελληνικής μετάφρασης του αυγουστίνειου De Trinitate στον λατινομαθή Πλανούδη, από την οποία σαφέστατα εμπνέεται η θεματολογία της εν λόγω παράστασης. Σκοπός της μετάφρασης άλλωστε ήταν να λειτουργήσει ως διαλογική βάση, για την θεολογική συνάντηση μεταξύ Δύσης και Ανατολής αναφορικά με το επίμαχο ζήτημα της δογματικής διδασκαλίας του filioque.
Αγαθάγγελου Σίσκου, Η θέση του Ιερού Αυγουστίνου στη θεολογία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά (Διδακτορική Διατριβή), Θεσσαλονίκη 2020, σσ. 46-48.

Με άριστα παμψηφεί η διδακτορική διατριβή του Αρχιμ. Αγαθάγγελου Σίσκου