Σαν σήμερα το 1943: Το ολοκαύτωμα της Λάγκας από τους Ναζί

Το σιτάρι στα αμπάρια είχε καεί, και όσο κι αν το ξεδιάλεγαν, ήταν καμένο. και το έτριβαν και το αλεύρι ήταν μαύρο. και το ψωμί που έφτιαχναν ήταν πικρό

78 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την θλιβερή ημέρα που η παγκόσμια γνώμη χαρακτήρισε ως Θρηνητική Μελωδία. Ο τρόμος του ναζιστικού Θηρίου εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο τον Οκτώβριο του 1943. Οργανωμένες ναζιστικές επιθέσεις σε στρατηγικά σημεία σε όλη την Ευρώπη έλαβαν χώρα για την εξάλειψη κάθε αντιστασιακού πυρήνα που απειλούσε την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας της Ναζιστικής Γερμανίας.

Ματωμένος ο Οκτώβρης του 1943. 3 του μήνα και το μαρτύριο στη Λάγκα αρχίζει. Ήταν γνωστό ότι στο χωριό η Εθνική Αντίσταση είχε ξεκινήσει και θέριευε με γοργούς ρυθμούς. Ήταν γνωστό ότι το Αρχηγείο του Γράμμου ήταν η Λάγκα, και όλος ο συντονισμός των επιχειρήσεων γινόταν κατά βάση εκεί. Και η Λάγκα ήταν Ελεύθερη Ελλάδα. Πως λοιπόν να μη μπει στο στόχαστρο και να αποτελέσει πρώτο και πρωταρχικό στόχο…

Η Λάγκα βρισκόταν υπό την προστασία του 1ου Τάγματος της 9ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ εκείνη την εποχή. Στρατολόγηση ανταρτών, εκπαίδευση, φιλοξενία τους ήταν λίγες μόνο από τις υπηρεσίες που προσφέρονταν. Οργανωμένος τρόπος ζωής, με τους αρχηγούς να διαμένουν στα πιο ψηλά σπίτια ώστε να ελέγχουν όλη την περιοχή, ως πέρα στην Καστοριά, με αρτοποιείο για να σιτίζονται, με ραφείο για να ντύνονται και τόσα άλλα. Και όλα αυτά έπρεπε να εξαλειφθούν, μαζί με τον κίνδυνο που προκαλούσαν στις κατοχικές δυνάμεις.

Και ξεκίνησε από την Καστοριά η γερμανική δύναμη, που απαρτίζονταν από Γερμανούς στρατιώτες, περίπου 400 Ιταλούς, και κάποιους κομιτατζήδες. Συνολικά κοντά στα 700 άτομα επιτέθηκαν εκείνη τη μέρα στη Λάγκα. Ξεκίνησαν το πρωί, και έφτασαν το μεσημέρι.

Ευτυχώς από νωρίς γνώριζαν τι θα συνέβαινε. Οι Άγγλοι, οι Εγγλέζοι όπως τους έλεγαν στο χωριό, είχαν ειδοποιήσει τους αντάρτες από πριν για τις διαθέσεις των Γερμανών, και αυτοί με την σειρά τους τους Λαγκιώτες. Έτσι, γρήγορα- γρήγορα, οι πατέρες των σπιτιών μάζεψαν τις οικογένειές τους, οι μητέρες μάζεψαν όσες προμήθειες μπορούσαν, πήραν τα παιδιά αγκαλιά και έτρεξαν στα βουνά. Άλλος στο Κρυονέρι, άλλος στο Παλιοφρίτι, άλλος στο Βουνιάσι… όπου είχε κάθε οικογένεια σταβλικές εγκαταστάσεις της, ή γνώριζαν που υπήρχαν μπιστιριές βαθιές που μπορούσαν να κρυφτούν από τους επικίνδυνους εχθρούς.

Και η μάχη ξεκίνησε. Σύμφωνα με μια μαρτυρία ενός πολεμιστή του ΕΛΑΣ, του Μιχάλη Πανά, η ομάδα του, ειδοποιημένη από τους αντάρυες της Λάγκας, ξεκίνησε από τη Ζώνη Βοΐου την 3η Οκτωβρίου στις 6 το πρωί. Έφτασαν στα Όντρια στις 8.30. Εκεί αναπτύχθηκε ο σχηματισμός τους με

“δύο πολυβόλα εις αμυντικήν γραμμήν κ’ ένα εις εφεδρεία. Το οπλοπολυβόλο εις αμυντική γραμμή. Στις 10 ο εχθρός άρχισε να κινείται προς το χωριό Λάγγα. Τα τμήματα του Τάγματος αρχίζουν να βάλλουν. Ο εχθρός πιεζόμενος από τον όλμο του Τάγματος και τα πολυβόλα αναγκάζεται να ζητήση την υποστήριξην πυροβολικού. Το πυροβολικό του εχθρού αρχίζει σφοδρά πυρά. Το έδαφος πετρώδες σκορπά κάθε βλήμμα σε πολλά κομμάτια. Οι άνδρες παραμένουν ακλόνητοι στας θέσεις τους.

Ώρα 17. Ο εχθρός μη δυνηθείς να προχωρήσει συνεχίζει τα πυρά πυροβολικών. Ανά τρεις, ανά τέσσερις σκορπίζει στας θέσεις μας τα βλήμματα. Διά πρώτην φορά ο εχθρός χρησιμοποιεί τόσο πυροβολικό. 

Ενώ βοβμαρδίζει συνεχώς, οι άνδρεςμας απαντούν με τα πυρά τους παραμένοντας στας θέσεις τους. Επέρχεται η νύχτα και ο εχθρός δεν μπόρεσε να μπει στο χωριό. Με το σκοτάδι και με τα πυρά του πυροβολικού κατορθώνει να μπη καινα κάψη το χωριό.

Απώλεια λόχου 2 τραυματίαι από θραύσματα πυροβολικού”.

Εικόνα: ο Μιχάλης Πανάς
Λίγα λόγια για το Μιχάλη Πανά: Ο Μιχαήλ Πανάς γεννήθηκε το 1919 στο Αιτωλικό Μεσολογγίου, μεγάλωσε στην Έδεσσα και σπούδασε στην Σχολή Ευελπίδων. Αποφοίτησε το 1940 και στάλθηκε άμεσα στην Ελευθερούπολη της Καβάλας ως άμυνα εναντίον των Γερμανικών στρατευμάτων που ετοιμάζονταν για την εισβολή στην Ελλάδα. Στις 6 Ιουλίου 1943 στρατολογήθηκε στον ΕΛΑΣ ως διοικητής συγκροτήματος λόχου πολυβόλων του ΕΛΑΣ. Κρατούσε ημερολόγια μαχών. Πολύτιμες μαρτυρίες για τους κατοπινούς, όλους εμάς.

Μπαίνοντας οι Γερμανοί με τους παρατρεχάμενούς τους στο χωριό, προχώρησαν στην καταστροφή του. Ο δρόμος της επέλασης ήταν μέσα από το χωριό με κατεύθυνση προς το Κρυονέρι και από εκεί στον χαραγμένο δρόμο για τον Γράμμο ή και πιο μακριά στην Ήπειρο. Οι κομιτατζήδες που ακολουθούσαν το στράτευμα όπως τα αρπακτικά, μπήκαν σε κάθε σπίτι και επιδόθηκαν σε πλιάτσικο χωρίς τέλος. Ό, τι δεν μπορούσαν να πάρουν το κατέστρεφαν. Και φωνάζοντας, προέτρεπαν ο ένας τον άλλο να βάλουν φωτιά και να κάψουν όλα τα σπίτια. Είχαν την ιδέα ότι οι άνθρωποι κρύβονταν μέσα στα υπόγεια. Έτσι θα καίγονταν ολάκερη η οικογένεια. Βέβαια, εκτελούσαν διαταγές των αρχηγών Γερμανών, αλλά τις εκτέλεσαν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, αγριότητα και ικανοποίηση.

Τότε κάηκε ζωντανός μέσα στο σπίτι του ο Αντώνης Ζησόπουλος, άνθρωπος με ιδιαίτερες ανάγκες που δε δεχόταν να αφήσει το βιος του. Τότε σκοτώθηκε και ο Ιωάννης Σαμαράς, ηλικιωμένος, που και αυτός δε δέχτηκε να αφήσει το σπίτι του στο έλεος των αρπακτικών. Την επόμενη μέρα, που όλα είχαν τελειώσει και ο κόσμος είχε αρχίσει να επιστρέφει δειλά- δειλά τον βρήκαν στην αυλή του με δεμένο το γουρούνι του στη μέση του. Φυσικά, επίσης σκοτωμένο.

Αυτήν τη μαύρη μέρα κάηκε και ο Ιερός ναός Αγίου Νικολάου Λάγκας που βρισκόταν στην είσοδο του χωριού στη θέση που βρίσκεται σήμερα το πάλαι ποτέ δημοτικό σχολείο. Ένας ναός κόσμημα της περιοχής, που εξυπηρετούσε ως μέρος φιλοξενίας των ανταρτών, γι’ αυτό ακριβώς το  λόγο, έγινε παρανάλωμα του πυρός. Ένα μικρό εκκλησάκι στο μέρος που βρισκόταν το ιερό του ναού, έχει χτιστεί για να θυμίζει ταπεινά την μεγαλοσύνη των παλαιών ετών. Στο κέντρο του χωριού βρισκόταν χτισμένο το Δημοτικό Σχολείο όπου και φοιτούσε μεγάλος αριθμός παιδιών, μιας και πάντα οι Λαγκιώτες έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στη μόρφωση των παιδιών τους. Εκείνη την εποχή, κι αυτό εξυπηρετούσε στην φιλοξενία των ανταρτών, και ήταν πολύ καλή αφορμή να καεί. Και κάηκε συθέμελα. Σήμερα, σ’ αυτό το μέρος βρίσκεται χτισμένος ο νέος Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Λάγκας.

Εικόνα: τα Προπύλαια του Δημοτικού Σχολείου Λάγκας, στα οποία ποζάρουν συγκεντρωμένοι οι κάτοικοι στα 1932

Το χωριό είχε λαμπαδιάσει. Έντρομοι οι κάτοικοί του έβλεπαν τον ουρανό να βάφεται κόκκινος και μόνο μπορούσαν να φανταστούν τι συνέβαινε. Τα δάκρυα στα μάτια άρχισαν να κυλάνε και δεν σταμάτησαν παρά μόνο όταν βρήκαν το θάρρος και κοίταξαν κατάματα την κατάσταση. Την επόμενη μέρα επέστρεψαν στ’ αποκαΐδια και χάθηκαν μέσα σ’ αυτά. Ώσπου, ο καιρός που χειμώνιαζε και η οικογένεια που έπρεπε να ζήσει τους έκανε να κοιτάξουν κατάματα το ζήτημα και το θάρρος να ξυπνήσει. Και άρχισε η αποκατάσταση του χωριού εν όψει χειμώνα και άρχισε η πείνα και η ικανοποίηση της με το πικρό ψωμί. Το σιτάρι στα αμπάρια είχε καεί, και όσο κι αν το ξεδιάλεγαν, ήταν καμένο. και το έτριβαν και το αλεύρι ήταν μαύρο. και το ψωμί που έφτιαχναν ήταν πικρό. Και άρχισαν τα σπίτια να διορθώνονται ή να ξαναχτίζονται, μόνο και μόνο για να επέλθει ακριβώς 9 μήνες μετά η ολική καταστροφή του χωριού, γνωρίζοντας την οργή για τελευταία φορά του στυγνού εγκληματία, του Γερμανικού Θηρίου.

Εκείνη τη μέρα, 3 Οκτωβρίου 1943, φεύγοντας οι Γερμανοί άφησαν πίσω τους καμένη γη, καμένες ζωές. Συνέχισαν το ανόσιο έργο τους στα χωριά Νίκη και Μελάνθιο, τα οποία έκαψαν την επόμενη μέρα 4 Οκτωβρίου.

Εις ανάμνησιν

hlaggamou.blogspot.com