ΑγροτικάΚαστοριάΠαλαιά Καστοριά

Ο ντραγάτης στην παλιά Καστοριά

Όπως και σ’ άλλα κείμενα αναφέραμε,πολλοί Καστοριανοί Χριστιανοί αλλά και Τούρκοι, είχαν αμπέλια στις περιοχές γύρω από την Καστοριά. Οι Εβραίοι εκτός από έναν, δεν είχαν κτήματα, κι αυτό γιατί κατά κανόνα απόφευγαν την ακίνητη περιουσία. Και την απόφευγαν ύστερα από τόσους διωγμούς που γνώρισε η φυλή τους. Είχαν δίκιο όμως να κατέχονται από τον φόβο ενός νέου διωγμού, που τελικά δεν τον απόφυγαν….Το αμπέλι, για τον Καστοριανό, δεν αποτελούσε μόνο ένα από τα μέσα βιοπορισμού. Ήταν γι αυτόν μια ποικιλία, μια ευχάριστη παρένθεση, μια μορφή ψυχαγωγίας στη μονότονη τότε ζωή του, τότε που έλειπαν τα σημερινά μέσα και κέντρα ψυχαγωγίας.
Ήταν μια ευκαιρία στα παιδιά και στους μεγάλους να χαρούν τη δροσιά και την ομορφιά της φύσης, το άρωμα των λουλουδιών και τ’ απαλό καλοκαιριάτικο αγέρι. Και τέτοιες εκδρομές δεν έκαμναν μόνο στον καιρό της καρποφορίας μα και σ΄ άλλες εποχές, τότε που τα κλάδευαν, τα ράντιζαν, τα ξεχορτάριαζαν ή και ασχολούνταν με το φράξιμο των συνόρων.Τ’ αμπέλια, τον παλιό καιρό όπως και σήμερα, τα φύλαγαν από ζημιές,που μπορούσαν να τις κάνουν οι περαστικοί, οι οι κάθε λογίς διαβάτες τον καιρό της καρποφορίας. Μα και στις άλλες εποχές της άνοιξης και του καλοκαιριού τα φύλαγαν από τα πρόβατα που βοσκούσαν στις γύρω περιοχές, από τα μεγάλα ζώα, το <χεργκελέ>, που κι αυτά βοσκούσαν κι ακόμα κι από τους επιτήδειους, που τον χειμώνα κυρίως <τροποποιούσαν> τα όρια του γειτονικού αμπελιού, κλέβοντας έτσι έστω και μια πιθαμή γης!
Το φύλαγμα αυτό των αμπελιών τόσον από τους ανθρώπους όσο κι από τα ζώα, το ανάθεταν στους ντραγάτηδες.
Ντραγάτηδες στον καιρό της τουρκοκρατίας διορίζονταν Τούρκοι και λίγοι μόνο Έλληνες. Κι αυτό κράτησε ως την απελευθέρωση και λίγα χρόνια πιο πέρα. Ο διορισμός τους γινόταν με υπογραφές. Έπαιρνε κάποιος την πρωτοβουλία κι επρότεινε τον ένα ή τον άλλο. Μ’ ένα χαρτί στο χέρι συναντούσε όλους που είχαν αμπέλια σε μια ορισμένη περιοχή και τους πρότειναν να υπογράψουν,εφ΄όσον συμφωνούσαν για τον διορισμό του τάδε σαν ντραγάτη.
Όταν συγκέντρωνε όλες της υπογραφές, παρέδινε το χαρτί στον Τούρκο διοικητή ή στη Δημογεροντία κι ο προτεινόμενος έπαιρνε προφορικά τον διορισμό του σαν ντραγάτης π.χ. στην <Πέτρα> ή σ’ άλλη περιοχή.
Ανάμεσα στους ντραγάτηδες της παλιάς Καστοριάς αναφέρουμε τον Τούρκο Σεμέτ, στους <Μύλους>, που τον άλλαξαν, γιατί τον έπιασαν να πουλάει δυο φορτώματα σταφύλια, κλεμμένα, στην Αλβανία.
Στα <λειβάδια> και στο <σπαχιλούκι> ήταν οΤσιλιμπίνης, ο αδελφός του περιβόητου Ραμαντάνη, που τον είχαν βάλει παιδονόμο κι ήταν ο φόβος κι ο τρόμος των μικρών παιδιών. Δεν μπόρεσε όμως να βάλει τον μικρό Αλέξη του Φουρνουτζή,που του ξέφυγε στου Κυρ-Γιαννάκη,πηδώντας τους τοίχους των μπαξιέδων του Νατζή,του Σιώτκα, του Παπαμόσχου και της <Σιούπτας> για να βρεθεί στου<Μπαλή> και να χαθεί στους στενούς δρόμους του Μπατρίνου και του Ρούμπα.
Στην ίδια περιοχή των < λειβαδιών> στα νεότερα χρόνια,μετά την απελευθέρωση, ήταν ο Μπάκαρης, που είχε κάνει μάλιστα και μια καλύβα πάνω στο Μεγάλο Τσινάρι κι από εκεί αγνάντευε όλη την περιοχή. Ντραγάτηδες επίσης ήταν κι ο Νούμης της Σκλάβας, ο Τσουκαλάς και στους Μύλους ο Τόκας κι ο Λεβέντος.Σετκά με τον τρόπο πληρωμής της εποχής εκείνης δεν υπάρχουν θετικές πληροφορίες. Το βέβαιο είναι πως πληρώνονταν με χρήματα. [Τουρκίας λίρες τον καιρό της τουρκοκρατίας και δραχμές μετά την απελευθέρωση]. Όσοι είχαν αμπέλια, πλήρωναν ένα ορισμένο ποσό, ανάλογα με την έκταση του αμπελιού σε στρέμματα.
Από ένα τεφτέρι της οικογένειας Νεράντζη [στην περιοχή του Λιότσκου] με τον τίτλο <Τα έξοδα Οσπιτίου 1765 και 1826> μαθαίνουμε τις τιμές για διάφορα τρόφιμα και προϊόντα, καθώς για υλικά και μεροκάματα πριν 120 χρόνια. Στο τεφτέρι αυτό υπάρχουν γραμμένα με κάθε λεπτομέρεια,ως κι η αξία του κεριού της εκκλησίας,όλα τα έξοδα της χρονιάς. Δυστυχώς όμως δεν αναφέρονται δαπάνες για τον ντραγάτη,γιατί το <οσπίτιο> αυτό δεν είχε αμπέλια.
Καταχωρούμε εδώ μερικές τιμές για διάφορα προϊόντα που σχετίζονται με τ’ αμπέλι. Τα σταφύλια πουλιόταν στην αγορά 30 παράδες η οκά [ μια λίρα τούρκικη είχε 100 γρόσια και ένα γρόσι 100παράδες], η ρακή 5 γρόσια, το κρασί 50-60 παράδες, τα κλήματα δυο γρόσια το φόρτωμα και το μεροκάματο πληρώνονταν 6-8 γρόσια.Όλα τα έξοδα της οικογένειας Νεράντζη για το 1865 ανέρχονταν σε 4267 γρόσια και για το 1866 σε 3946 γρόσια. Με βάση αυτά τα στοιχεία για τις τιμές της εποχής εκείνης και με την εκδοχή πως ο ντραγάτης πιθανόν ν’ ασκούσε και κάποιο άλλο επάγγελμα, θα έπρεπε να έπαιρνε για ολόκληρο το χρόνο είκοσι τούρκικες λίρες.
Οι ντραγάτες οπλοφορούσαν. Ορισμένοι είχαν και <ντουλμπί> [ κιάλια]. Απαραίτητη όμως ήταν μια σφυρίχτρα που το σφύριγμά της ακούγονταν σε αρκετή απόσταση. Το στέκι των ντραγάτηδων ήταν μια κορυφή κάποιου λόφου κι εκεί έστηναν την καλύβα τους, ξύλινη τις περισσότερες φορές, με στέγη από τενεκέδες ή λαμαρίνα και μέσα είχαν όλα τα χρειαζούμενά τους. Από εκεί ψηλά αγνάντευαν όλη τους την <επικράτεια> και κάπου-κάπου έκαναν χρήση της σφυρίχτρας,που στο άκουσμά της δεν τολμούσε κανένας να παρανομήσει.Μα κι όποιος είχε την πρόθεση να γεμίσει κανά καλάθι από ξένο αμπέλι, δεν τολμούσε να το κάνει,γιατί φοβούνταν την ξαφνική παρουσία του ντραγάτη ανάμεσα από τους θάμνους και τα δέντρα. Γιαυτό έλεγαν <Ο φόβος φυλάγει τ’ αμπέλια>. Στον καιρό της καρποφορίας ο ντραγάτης έπαιρνε κι ένα βοηθό ως τον τρύγο, που τον πλήρωναν όσοι είχαν αμπέλια.
Όταν οι Καστοριανοί, κάποια Κυριακή,πήγαιναν στ’ αμπέλι, η πρώτη τους φροντίδα ήταν κάτι να πάρουν για τον νραγάτη. Τον καλούσαν το μεσημέρι στο τραπέζι, άνοιγαν μαζί του συζήτηση κι άκουγαν διάφορα περιστατικά που τους παράδειχνε.
Από τα παλιά παιχνίδια ήταν κι ένα που λεγόταν <Ο ντραγάτης>, που κοντά στ’ άλλα λόγια τα παιδιά έλεγαν με κάποιο ρυθμό και τη φράση; <ντραγάτη-ντραγάτη σε κλέβουν τα σταφύλια……>. Λεπτομέρειες θα γράψουμε σ’ άλλη μας εργασία για τα παιδικά παιγνίδια της παλιάς Καστοριας.
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΛΟΥΚΑ Χ. ΣΙΑΝΟΥ “ΚΑΣΤΟΡΙΑΝΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ”
Xarilaos Sianos

Back to top button