Ημέρα ονείρων (της Μαρίας Κανδύλη)

 

Ξύπνησα με μια αίσθηση ευφορίας. Ποτέ δε θυμάμαι τα όνειρα, σχεδόν ποτέ. Ίσως επειδή είναι πολλά και σύντομα, ίσως επειδή το αδυσώπητο ξυπνητήρι με επαναφέρει στην πραγματικότητα σαν σβήστρα ονείρων, επτά και δέκα κάθε πρωί από Δευτέρα έως Σάββατο.
Σήμερα όμως είναι Κυριακή, δε χρειάζομαι σβήστρες, μόνο προσωρινή μνήμη.
Ήταν μια έρημος, λέει, και εγώ στη μέση του πουθενά να τη διασχίζω χωρίς να φοβάμαι, χωρίς να αφυδατώνομαι και να προχωρώ μόνο έχοντας την αίσθηση ότι με περιμένει μια ανοιχτή θάλασσα, μόλις περάσω αυτή την τεράστια αμμουδιά. Μυρίζω ήδη την αλμύρα και κάπου στο βάθος καταφέρνω και διακρίνω ένα λευκό πανί ιστιοφόρου.
Ξάφνου, απροειδοποίητα, με κοντοζυγώνει αμμοθύελλα και καλύπτομαι με έναν μανδύα που δεν ήξερα ότι φορούσα.
Διάφανος, σχεδόν αόρατος, μου επιτρέπει να βρίσκομαι στη μέση μιας δίνης από εκατομμύρια κόκκους άμμου που με κυκλώνουν μα δε μου κλέβουν την ανάσα, δε με τυφλώνουν.
Καταλαγιάζει απροσδόκητα γρήγορα.
Ύστερα, λέει, βρέθηκα σε ένα πλούσιο λιβάδι. Χωρίς να κάνω τη λογική σκέψη ότι ήταν αδύνατον να υπάρχει, εκεί στη μέση της ερήμου, και συνέχισα παράλογα να προχωρώ, χωρίς παπούτσια, με γυμνά πέλματα. Έπρεπε να είναι γυμνά, αλλιώς θα πλήγωνα τα λουλούδια που είχαν το ρόλο πολύχρωμου μονοπατιού.
Είναι ο μόνος δρόμος και πρέπει να τον διασχίσω, φοβάμαι μην αφήσω τα καταστροφικά σημάδια της διαδρομής μου πάνω τους, αλλά δε γίνεται να σταματήσω. Με περιμένει το λευκό πανί κάπου εκεί μπροστά, με περιμένει η αλμύρα.
Προσπαθώ να γίνω ελαφρύτερη πετώντας από πάνω μου άχρηστες σκέψεις και μουντές μέρες, ελπίζοντας το βάρος μου τώρα να μην είναι καταδικαστικό. Κλείνω τα μάτια. Απαλά, σχεδόν στις μύτες, σχεδόν παύοντας να αναπνέω, βαδίζω.
Μια δειλία μου αρπάζει την ψυχή, φοβάμαι να γυρίσω για να δω το αποτέλεσμα. Τη διώχνω όμως με μια επιτακτική κίνηση.
Πρέπει να γυρίσω.
Με κατακλύζει μια αδικαιολόγητη ευτυχία. Αδικαιολόγητη επειδή το μόνο που κάνω είναι να συνεχίζω να κοιμάμαι. Αισθάνομαι να μη πατώ στη γη, να στέκομαι μερικά εκατοστά ψηλότερα, σχεδόν πετάω. Τα λουλούδια είναι όλα εκεί, ανέπαφα. Κανένα βάρβαρο σημάδι πάνω τους. Στέκουν αγέρωχα, εύθραυστα και λικνίζονται με χάρη, αποτινάσσοντας έτσι τη δική μου εισβολή. Είναι ατίθασα όμορφα.
Επιτέλους θάλασσα!
Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως είναι αντικατοπτρισμός μιας εκούσιας όασης. Μήπως πλησιάζοντας πάρει ζωή και αρχίσει να απομακρύνεται από εμένα. Κρύβω τον πανικό μου και δεν τρέχω, βαδίζω αργά με επίπλαστη σιγουριά και με την ξαφνική απόφαση πως, αν είναι ψεύτικη όαση δεν τη θέλω.
Προτιμώ την ανύπαρκτη έρημο που άφησα πίσω στο υπαρκτό μου όνειρο.
Όμως είναι μια αληθινή θάλασσα. Αληθινή όσο ακόμα μου επιτρέπει το σώμα να κοιμάμαι. Το καράβι είναι εκεί και με περιμένει, δεν έφυγε χωρίς εμένα. Στέκει σαν να μην έχει καθόλου βάρος πάνω στο ακύμαντο, αλμυρό νερό. Κανένας θόρυβος της μηχανής, που σίγουρα κρύβει στο γεροδεμένο κύτος του.
Ίσως για να μη με ξυπνήσει.
Θα ταξιδέψουμε μόνο με τη διάθεση του ανέμου, που θα δώσει πνοή και ρότα σ’ αυτά τα κάτασπρα καραβόπανα. Υπόσχεται να είναι ούριος ο άνεμος.
«Εεεεεε Καπετάνιο» άργησα;
«Όχι, ανέβα πάνω, σήμερα είναι Κυριακή».

Από το βιβλίο «Πλυμένα Λάβαρα» Επίλογος

 

Σχολιάστε

Η διευθυνση email σας ΔΕΝ θα δημοσιοποιηθεί(ενημερωθείτε για την πολιτική ανάρτησης σχολίων στο fouit.gr απο εδώ) *

*

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.