Καστοριά

Υπάρχω κι εγώ (της Ουρανίας Μπάγγου)

Κάθισε στο πιο βαθύ σημείο του κρεβατιού με την πλάτη στον τοίχο, τα πόδια μαζεμένα στο στήθος, το κεφάλι της ακουμπισμένο στα γόνατα κι άκουγε μόνο την καρδιά της. Ο  ρυθμικός της ήχος μια της φαινόταν γνώριμος και μία ξένος, σα να ερχόταν  από κάπου αλλού.  Και σήμερα είσαι εσύ, σα να της έλεγε, η ίδια που ήσουν  χτες και προχτές, θυμήσου! Ήταν η πρωινή συμφιλίωση με το σώμα της και τον γύρω χώρο, από όπου είχε αποχωρήσει για λίγο.

Από την κουζίνα ακούγονταν άλλοι ήχοι, πιο άγριοι,  από τα λαχανικά- καρότα και κρεμμύδια- που  έκοβε η μητέρα της, τακ-τουκ, πάνω στο ξύλο κοπής.  Ετοίμαζε το φαγητό από νωρίς  σήμερα.  Έπειτα άνοιξαν κάποια ντουλάπια, κουζινικά κροτάλισαν και μάντεψε ότι αφέθηκαν πάνω στο τραπέζι. Ήξερε πολλά πράγματα για το σπίτι της κι ας ήταν μόνο εφτά χρονών. Τί ώρα ξυπνά πρώτος ο πατέρας, τι ώρα σηκώνεται από το κρεβάτι η μητέρα κι  πως εκείνη κουλουριάζεται για λίγο με την σκέψη ότι πρέπει να σηκωθεί. Ένα παράθυρο άνοιξε, μια πόρτα έτριξε, όλο το σπίτι πήρε βαθιές ανάσες κι αυτή  έτρεξε στο μπάνιο. Έπρεπε να ετοιμαστεί πριν ξυπνήσει ο αδερφός της.

Εκείνος ξυπνούσε δύσκολα, αν και ήταν τρία χρόνια μεγαλύτερός της.

Έπρεπε να  πάει η μητέρα δίπλα του, να του μιλήσει με το καλό, προσεκτικά, να μη τον ακουμπήσει, γιατί αγγίγματα δεν ήθελε. Μουρμούριζε ή τραγουδούσε, δεν έπιανε καλά  αυτά που του έλεγε, ήταν δύσκολο πρωί-πρωί  αλλά δεν γινόταν κι αλλιώς. Όλο θυμωμένος ξυπνούσε, δεν ήθελε να σηκωθεί κι όλα του φταίγανε.  Με τα πολλά μπήκε με φωνές στο μπάνιο, ενώ εκείνη είχε πια φορεθεί και χτένιζε τα μακριά μαλλιά της. Της άρεσε  αυτή η αίσθηση της χτένας  που τα ξεμπέρδευε, τα έκανε να δείχνουν λεία και λαμπερά καθώς αντανακλούσαν με χρυσαφιά χρώματα το πρωινό φως. Ήπιε  βιαστικά λίγο γάλα, πήρε ένα παστέλι από το ντουλάπι, γειά-γειά φώναξε για να την ακούσουν οι γονείς της κι έφυγε για το σχολείο. Στο επόμενο τετράγωνο ήτανε.

Ήθελε να φύγει όσο γινόταν πιο γρήγορα από το σπίτι και το μεσημέρι μετρούσε τα βήματά της όταν γύριζε, προσπαθώντας να πηγαίνει όλο και πιο αργά, πιο αργά. Η κατάσταση του αδερφού της ήταν κάτι δεδομένο, δεν γινόταν αλλιώς. Πριν λίγες μέρες έσπρωξε κι έριξε κάτω  ένα παιδί κι εκείνο του τρύπησε το κεφάλι με μία πέτρα. Είχε τρέξει κατατρομαγμένη κοντά του και προσπαθούσε να σταματήσει το αίμα με το χαρτομάντιλο που είχε στην τσέπη της. Καί τον συμπονούσε καί την τρόμαζε. Ήταν και καλός μαζί της κάποιες φορές, θυμόταν ότι για τα γενέθλιά της τής είχε κάνει μια αγκαλιά και ήταν χαρούμενη όλη μέρα.  Κι αυτή, όμως, τον φοβέρισε κάποτε, όταν έλειψαν για λίγο οι γονείς τους. Του έδειξε ότι δεν αστειεύεται κι ότι ήταν έτοιμη να του επιτεθεί αν έπαιρνε τα πράγματά της, αν δεν την άφηνε να γράψει τις εργασίες της, αν, αν……είχε τόσα πολλά αν στην καθημερινότητά της και τα περισσότερα είχαν να κάνουν με κείνον. Ήξερε ότι μέσα στο σπίτι δεν μπορούσε να βρει το δίκιο της. Γι’αυτό εστίαζε στο σχολείο, το έβρισκε πιο εύκολο να μαθαίνει όλο και κάτι καινούργιο κάθε μέρα. Ο δάσκαλος δεν την μάλωνε,  υπήρχαν  μάλιστα φορές που την επαινούσε για την εργατικότητά της και συνήθως την ήθελαν τα παιδιά στις παρέες τους.

Εκείνο το πρωί της Κυριακής  οι γονείς της ήταν αναστατωμένοι. Είχε χτυπήσει τον παππού τους, από την μεριά της μάνας  τους, ένα αυτοκίνητο και έπρεπε να πάνε στο νοσοκομείο. Τακτοποίησαν το σπίτι, ετοίμασαν το πρωινό  και τους είπαν ότι θα λείψουν μόνο για λίγο. Ούτε μια ώρα δεν θα έλειπαν. Την πήραν παράμερα και της επανέλαβαν με πιεστικά γλυκό τρόπο ότι πρέπει να είναι ήρεμη και να τον προσέχει.  Κι εκείνος έδειχνε ήρεμος, έπαιζε με τα αυτοκινητάκια του κάτω στο πάτωμα με τον γνωστό,  ιδιαίτερο τρόπο του. Έφαγαν τις φέτες τους με το μέλι, ύστερα, και  πήγε στο δωμάτιό της. Έκανε το λάθος, όμως, κι έκλεισε την πόρτα. 

Μάλλον ένιωσε μόνος του τότε, μάλλον φοβήθηκε, μπορεί και να μη του έφτανε η δική της παρουσία ή η κλειστή πόρτα της να ήταν κάτι ανυπέρβλητο για κείνον που δεν το χωρούσε ο νους του.  Χτυπούσε με δύναμη και κλωτσιές την πόρτα και φώναζε συνέχεια άνοιξε! άνοιξε! Ενώ θα μπορούσε πολύ εύκολα να γυρίσει μόνος του το χερούλι. Άνοιξε σιγά-σιγά την πόρτα της και τον κοιτούσε παραξενεμένη. Αλλά αυτό το βλέμμα της μάλλον τον ερέθισε και προχώρησε μέσα στο δωμάτιό της, κλωτσώντας ό,τι έβρισκε μπροστά του. Έσκισε τον χάρτη που ζωγράφιζε, πετούσε κάτω τα μολύβια της. Τότε στάθηκε μπροστά του, αποφασισμένη να τον σταματήσει, αλλά δεν ήταν καθόλου εύκολο. Δεν κατάλαβε πως βρέθηκε μπροστά στην τζαμένια πόρτα, ούτε πως την έσπρωξε και πως το σώμα της είχε βγει το μισό έξω, ανάμεσα από τα σπασμένα γυαλιά που κατρακυλούσαν γύρω της. Τότε μόνο σταμάτησε. Πήγε αυτόματα σε μια γωνία, αφέθηκε στο πάτωμα κι εκείνη  ένιωσε έναν οξύ πόνο από τα κοψίματα στα χέρια και στα πόδια της. Δεν της έδωσε σημασία, είχε κλειστεί πάλι στον εαυτό του. Πήγε στο μπάνιο, πήρε ιώδιο και βαμβάκι και καθαρίστηκε από τα αίματα. Κατάλαβε ότι ευτυχώς τα κοψίματα δεν ήταν και πολύ βαθιά. Είχε πέσει με την πλάτη στο τζάμι της πόρτας κι αυτό την προστάτεψε. Προσπάθησε  να μαζέψει τα γυαλιά με την σκούπα όσο μπορούσε καλύτερα. Κι ύστερα την έπιασε ο φόβος. Τί θα έλεγαν οι γονείς της; ήξερε ότι δεν τα είχε καταφέρει αυτή την φορά. Θα τρόμαζαν και κείνοι με την βιαιότητά του ή θα την μάλωναν;  έμεινε ακίνητη μέχρι που άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα. Ο πατέρας πήγε αμέσως κοντά της και την πήρε αγκαλιά και η μητέρα έτρεξε κοντά σε κείνον. Ήξερε ότι αυτός την είχε περισσότερο ανάγκη.

Κι όταν ξάπλωσε στο κρεββάτι της δύο πράγματα σκέφτηκε.

Το ένα ήταν ότι έπρεπε να μεγαλώσει γρήγορα και να στήσει ένα δικό της σπιτικό.

Και το άλλο ότι ήταν πολύ δύσκολο να ζήσει χωρίς αυτούς, ήταν η οικογένειά της.

Υπάρχω κι εγώ, είπε στο τέλος  στον εαυτό της. Με τις ολόδικές μου  έννοιες και τα ολόδικά  μου θέλω.

………………………………………………………………………………………………………………..

(το διήγημα ανήκει σε μια σειρά διηγημάτων που αναφέρονται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί μέσα στο σπίτι)

ouraniabangou.gr

Back to top button