“Θα ‘ρθει καιρός” της Κατερίνας Γώγου – Αφήγηση Ξένια Γουδή

Όταν η Κατερίνα μιλάει για το παιδί στην ποίησή της, γλυκαίνει.
Γίνεται τρυφερή και αισιόδοξη. Δε βωμολοχεί, δεν αγανακτεί τόσο.
Το συναίσθημα που βγαίνει από την Κατερίνα στην ποίησή της για το παιδί είναι μέτρια θλίψη. Μέτρια γιατί ελπίζει. Ελπίζει τόσο που η ελπίδα της γίνεται σχεδόν σιγουριά για αυτό και
χρησιμοποιεί το «θα». «Θα ‘ρθει καιρός που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς, δε θα
βγαίνουν στην τύχη».
Η ίδια ήταν πολύ πικραμένη από το διαζύγιο των γονιών της.
Το κάθε παιδί έπρεπε να έχει έναν γονέα που να το μαθαίνει να είναι ελεύθερο, να μη
φοβάται να αντιδράσει, έναν γονέα που να το νουθετεί με βάση την ανθρωπιά και την
αλληλεγγύη.
Αυτό είναι το πιο ηχηρό μήνυμα που διδάσκει η Γώγου στα παιδιά. Η ανθρωπιά!
Πως αλλιώς μπορεί να προσδιοριστεί ο άνθρωπος χωρίς ανθρωπιά;
Ό,τι μας έχει απομείνει είναι η ανθρωπιά των λίγων, αλίμονο αν χάσουμε κι αυτή.
Πάνω στην ανθρωπιά βασίζονται όλα: αλληλεγγύη, ισότητα, δικαιοσύνη,
ελευθερία.
Αυτά ακριβώς ήθελε η Γώγου να περάσει σαν διδακτικά μηνύματα στον
λαό. Αυτά ήταν έκδηλα σε ολόκληρη την ποίησή της.
Κάθε της στίχος είχε και από ένα διδακτικό περιεχόμενο. Η Κατερίνα δεν ήθελε να τη θαυμάζουν αλλά να την
προσέχουν.
Ήθελε αυτά που φωνάζει να μην είναι άμοιρα ενδιαφέροντος.
Είχε τον δικό της τρόπο να μάχεται για το σωστό και το δίκαιο. Κάτι το οποίο κατάφερνε πολύ καλά.
Τα παιδιά για τη Γώγου είναι τα μόνα που δε φταίνε. Δε ρωτήθηκαν για το τι
θα ζήσουν, ούτε και το πώς θα ζήσουν. Αν η ζωή τους δεν είναι ποιοτική, δεν ήταν
επιλογή δική τους. Κάποιος άλλος διάλεξε, κάποιος άλλος αποφάσισε για τα παιδιά
πριν καν γεννηθούν. Όμως ο κόσμος ανήκει στα παιδιά και πρέπει να δράσουν, να
υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους με λύσσα και ορμή. Όπως η Κατερίνα…
Σ΄ αγαπάω Κατερίνα!
Ξένια Γουδή

“Θα ‘ρθει καιρός”

«Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»